Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη: ο απόλυτος καταναλωτικός αισθησιασμός της γραφής

Πολύς θόρυβος τελευταία για το Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη, με τους αναγνώστες και τους κριτικούς να έχουν χωριστεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ακολουθώ κι εγώ τη μία πλευρά, αυτήν που κατακρίνει το βιβλίο. Από τα πιο παρεξηγημένα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ μου, κι εδώ το μέτρο της υπέμετρης διαφήμισης που του έχει γίνει προσδίδει την αξία του ως ένα ακόμη εύπεπτο καταναλωτικό προϊόν. Η Iωάννα Καρυστιάνη αποτυγχάνει με αυτή την προσπάθεια να παράγει λογοτεχνία, έχει τυλίξει το έργο της με ένα πολυτελές περιτύλιγμα μεγαλύτερης αξίας από το περιεχόμενό του.

Το Σουέλ θέλει να λέγεται ναυτικό βιβλίο, αλλά δεν είναι. Είναι μια άσκηση ύφους στη γνώριμη γραφή της μεν, αλλά εδώ η Ιωάννα Καρυστιάνη έχει υπερβεί το ταλέντο της και μας προσέφερε μια ακόμη ρομαντικοποιημένη εκδοχή της ζωής στη θάλασσα, παρά έναν ακόμη προβληματισμό για την κατανόηση και τη γνώση του ναυτικού βίου. Όλα στο Σουέλ είναι παρατεντωμένα, διαθλασμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό ενός παρνασσιστικού ντελίριου. Οι εξωπραγματικοί, όσο κι εξωφρενικοί, όροι της πλοκής έχουν την πρώτη θέση στο Σουέλ και ο αναγνώστης αποκομίζει μια εντελώς παραπειστική εικόνα για το ναυτικό επαγγέλμα. Η σκληρότητα του επαγγέλματος είναι δεδομένη (σ.σ. έχω δουλέψει αρκετό καιρό στα καράβια και γνωρίζω έτσι τη ναυτική ζωή) αλλά το αποτέλεσμα σερβίρεται με τη σάλτσα της αναγνωστικής απόλαυσης, κάτι από το οποίο η ελληνική λογοτεχνία πάσχει συστηματικά. Αυτό το σύμπτωμα έχει όνομα και λέγεται ωραιοποίηση.

Όταν ο ρεαλισμός μπορεί να εκφραστεί με εξωπραγματικούς όρους, τότε ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να αποκτήσει σημασία από την εκτέλεση της γραφής, μα η Ιωάννα Καρυστιάνη ξεκίνησε ανάποδα, για να μην πω από εντελώς εσφαλμένη αφετηρία. Η συγγραφέας της Μικράς Αγγλίας μας λέει ότι το Σουέλ οφείλεται στους Αντριώτες, Κεφαλλονίτες, Τηνιακούς, Κερκυραίους και Χανιώτες ναυτικούς, συνταξιούχους και εν ενεργεία. Κι αυτά που διαβάζουμε στηρίζονται περισσότερο σε αναμνήσεις και νοσταλγίες παρά σε μαρτυρίες για τη σκληρή διαβίωση στη θάλασσα. Όλα στο Σουέλ είναι τόσο ρομαντικά δοσμένα που σκέφτεται κανείς ότι οι αφετηρίες της ιστορίας του τυφλού καπετάν Αυγουστή έχουν ως βάση τους μύθους/φαντασίες που δημιουργούν πολλοί ναυτικοί για να απαλύνουν τον πόνο της θαλασσινής διαβίωσης. Η αλήθεια είναι ότι ο καπετάνιος είναι αυτός που προσορμίζει το καράβι στο λιμάνι από την βαρδιόλα, ο τυφλός καπετάν Αυγουστής, πόσο μπορούσε να πείσει το πλήρωμά του τόσα χρόνια ό,τι ήταν υγιής; Υπάρχουν πολλά εξωφρενικά στοιχεία που δεν στέκουν σε δεύτερη ανάλυση, η άρνηση του υπέργηρου καπετάνιου να αφήσει το καράβι αντιμετωπίζεται πολύ εύκολα από μια έγκληση της ναυτιλιακής εταιρείας στο Λιμεναρχείο, μα οι απιθανότητες της πλοκής δεν επιτρέπουν στην κοινή λογική να έρθει στο προσκήνιο. Η Ιωάννα Καρυστιάνη ξεκίνησε από εξωπραγματικά δεδομένα για να στήσει μια αληθοφανή ιστορία, πλην όμως η ηρωοποίηση του καπετάν Αυγουστή ούτε καν σε μυθολογικά πλαίσια δεν υπακούει. Διότι κάθε μύθος έχει από πίσω του μια πραγματική ιστορία μα στο Σουέλ όλα είναι επινοημένα ακόμη και στα παρασκήνια της πλοκής που εξυπονοούνται πίσω από τις δράσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου.

Κι έτσι, ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των χαρακτήρων του Σουέλ είναι ότι αποτελούνται από συναισθήματα, εντυπώσεις και αναμνήσεις κι όχι από τις πράξεις τους, έτσι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εξαϋλώνονται και να αποκτούν μεταφυσικό χαρακτήρα. Μπορεί σε άλλες εφαρμογές αυτή η τακτική να έχει αποτέλεσμα, αλλά όχι στο Σουέλ που θέλει να αποτελείται από μια σύμμιξη πραγματικών μαρτυριών. Το Σουέλ είναι μια άσκηση ύφους που λειτουργεί ως διάμεσο ρομαντικής νοσταλγίας. Το κείμενο χάνει την αντικειμενικότητά του στρεβλώνοντας τον ρεαλισμό για να τον καθοδεύσει στα όρια του εύκολου αισθηματισμού και της άκοπης ανάγνωσης. Ο καπετάν Αυγουστής είναι η αναπαραγωγή του ξεπερασμένου ρομαντικού προτύπου από τον 19ο αιώνα, που ηρωοποιείται επειδή πονάει και υποφέρει! Το χάπυ έντ συνηγορεί σε αυτή τη διαπίστωση όντας προβλέψιμο, όχι με το γραμμικό μέτρο της πλοκής, αλλά προς ικανοποίηση, και μόνο, του αναγνώστη. Οι κώδικες της γραφής του Σουέλ είναι γνωστοί: αυτό που μένει για τον επίδοξο αναγνώστη είναι η επιθυμία προς τη λύση, που ενώ την αναμένει, ορίζει την ανάγκη του να συμπάσχει στην πομπή των πρωταγωνιστών από την κόλαση της αβύσσου προς τη ρομαντικής ιδεοληψίας δικαίωση.

______________

Σχετικά ποστ: Librofilo, Αναγνώστρια, Αθήναιος, Σταυρούλα Σκαλίδη, Νίκος Ξυδάκης

Advertisements

12 thoughts on “Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη: ο απόλυτος καταναλωτικός αισθησιασμός της γραφής

  1. Δεν έχεις καθόλου άδικο, παρόλλο που λατρεύω τη γραφή της Καρυστιάννη. Από το βιβλίο με στοίχειωσαν κάποιες φράσεις και τα γράμματα της αφελής Λίτσας κυρίως, αλλά σαν ιστορία έχει πολλά ερωτηματικά. Νομίζω όμως ότι είναι τόσο δυνατός ο τρόπος που γράφει, που καταφέρνει να καλύψει τις αδυναμίες της.
    Μπορεί να κάνω και λάθος.
    Πάντως το τέλος ήταν απογοητευτικότατο..

  2. Πολύ καλή η παρουσίασή σου και στέρεες οι παρατηρήσεις σου.Η στάση της πλοιοκτήτριας εταιρείας δικαιολογείται κάπως από τις οδηγίες τού πατέρα τού πλοιοκτήτη,ο οποίος συνδέεται με ισχυρούς δεσμούς με τον Αυγουστή.Αυτά (το γνωρίζεις άλλωστε) παίζουν ρόλο σημαντικό στις περισσότερες εφοπλιστικές εταιρείες που είναι προσωποπαγείς.Περισσότερο εξωφρενική μου φάνηκε η σχέση του Αυγουστή με τον αρχικαπετάνιο.
    Από δραματουργικής πλευράς το βιβλίο μπάζει από παντού.Η άποψη των «υποστηρικτών» της Καρυστιάνη,είναι ότι η πλοκή δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο στα βιβλία της,και πρέπει να κοιτάμε την γραφή της που είναι μαγική κλπ.Εδώ όμως βρήκα και την γραφή της εκτός φόρμας.Αδιέξοδο γενικώς…

  3. paparouna
    Έκανα μεγάλη προσπάθεια να διαβάσω το Σουέλ, μου πήρε τρεις δόσεις που το έπιανα και το άφηνα μέσα σε ένα-ενάμιση μήνα. Και ξέρεις κάτι, η λογοτεχνική φόρμα είναι πολύ δύσκολη για να εκφράζει κανείς αντιρρήσεις τύπου «καταφέρνει να καλύψει τις αδυναμίες». Αν κάποια έργα μένουν κλασικά, είναι γιατί δεν καλύπτουν τις αδυναμίες τους χάρη σε άλλες ιδιαιτερότητες και χαρίσματα της γραφής τους. Άποψή μου είναι αυτή, αλλά οι αδυναμίες σε ένα λογοτεχνικό έργο που κρίνονται, πρέπει να έχουν να κάνουν περισσότερο με την ιδεολογία, τις απόψεις, το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής κ.ο.κ και πολύ λιγότερο, έως καθόλου, με την τεχνική της γραφής τους διότι είναι προαπαιτούμενο η αρτιότητα.

    Librofilo
    Η παρατήρησή σου σχετικά με τον προσωποπαγή χαρακτήρα των πλοιοκτήτριων εταιρειών είναι σωστή, αλλά εν μέρει. Διότι, διαβάζοντας το Σουέλ, έχει κανείς την εντύπωση ό,τι αναφέρεται στις δεκαετίες του ’50 και ’60, αλλά κάποια χρονολογικά και τεχνικά στοιχεία και το φινάλε προσγειώνουν απότομα: ο χρονικός καμβάς είναι το σήμερα (μάλιστα, στην αρχή αναφέρονται και αμερικανικές κωμωδίες των ’90ς). Το λιμεναρχείο και το ΥΕΝ με τις υπηρεσίες του μπορούν πλέον σήμερα να έχουν τον πρώτο λόγο για την καταλληλότητα του πληρώματος, αλλά λείπει μα πολύ μεγάλη σημαντική λεπτομέρεια: το ATHOS III ταξιδεύει με ξένη σημαία; Η σύνθεση του ανώτερου πληρώματος (των αξιωματικών)και με λοστρόμο, καμαρώτο και μάγειρα Έλληνες, δείχνει πως ίσως όχι (σελ 14). Αν κάπου αναφέρει τη σημαία, δεν το πρόσεξα/δεν το σημείωσα.

    UPDATE: στη σελ. 160 αναφέρεται σε «επιθεωρήσεις του Νηογνώμονα«. Άρα;

  4. Επίσης, ένα χοντρό λάθος στο γλωσσάρι στο τέλος: αναγράφει την MAPROL ως… μόλυνση θαλασσών (έτσι νέτα σκέτα). Μόνο που το σωστό είναι MARPOL και ιδού σχετικές ιστοσελίδες:

    http://en.wikipedia.org/wiki/MARPOL_73/78
    http://www.imo.org/Conventions/mainframe.asp?topic_id=258&doc_id=678

    Και το ελληνικό κείμενο:
    http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=CELEX:32002R0417:EL:HTML
    http://www.elinyae.gr/el/category_details.jsp?cat_id=919

  5. Εγώ τι να πω που με λένε πραγματικά Λίτσα Τσίχλη και τον άνδρα μου Δημήτρη, κοινώς Μήτσο!!! (δεν κάνω πλάκα).

  6. Δεν ξέρω για σας, ίσως και να εχετε δίκιο, ίσως πάλι και όχι, ας μην ξεχνάμε όμως ότι πρόκειται για μυθοπλασία… δε με νοιαζει αν όντως έχει ανακρίβειες, την αληθεια μου τη ζω καθημερινά . Απο ενα βιβλιο περιμένω να ξυπνά τις αισθήσεις μου , να βλέπω εικόνες να μυρίζω απο την αρμύρα της θάλασσας μέχρι και τις μυρωδιές τις κουζίνας,να ακούω τον ήχο απο την ντράμς και τα κύματα κι όλα αυτά τα ένιωσα. Συγκινήθηκα πολύ με την Λίτσα Τσίχλη , αφου πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι κάτι πειρμενουμε για πάντα κι απο πάντα ..σαν να ειμαιστε ταγμένοι…το τέλος δεν ήταν τοσο συναρπαστικό αλλα τι σημασία έχει…
    Η πορεία μέχρι το τέλος ήταν συναρπαστική …
    Μου άρεσε ….που δε μ ενδιαφέρουν τα λάθη οι παραλείψεις και ολα αυτα που λέτε γιατι ήμουν κι εγω στο ATHOS III αθεατος παρατηρητης
    του Μήτσου του Αντώνη της Λίτσας της Φλώρας.. και της δικής μου και ίσως στιγμών απο τις δικές σας.

  7. Καλημέρα
    Μόνο στην Ελεάννα και σε εμένα άρεσε το βιβλίο;
    Μου κάνει εντύπωση που κανένα άλλο θετικό σχόλιο δεν υπάρχει.
    Ναι, έχει κάποιες υπερβολές, και ίσως λάθη ναυτικά, αλλά δεν με απασχολεί αυτό, άλλωστε δεν έχουμε κάνει όλοι σε καράβια πια.
    Όλοι καταλάβαμε ότι το να οδηγείς ένα καράβι με την όπισθεν είναι υπερβολή, ε΄και τι έγινε; μυθιστόρημα είναι!
    Η γραφή της είναι απίστευτη, όπως πάντα, για το δε γράμμα της Λίτσας από τη σελίδα 190-194, τι να πω; δεν άγγιξε κανέναν;
    Εγώ πάντως όταν το έκλεισα είπα «Μπράβο κα Καρυστιάνη, γράψατε για άλλη μια φορά ένα υπέροχο βιβλίο»
    lp

  8. Το Σουέλ ήταν το πρώτο βιβλίο της Καρυστιάνη που διάβασα, έπαθα πλάκα και διάβασα μετά όλα τα προηγούμενα. Δεν καταλαβαίνω τι ζόρι τραβάνε μερικοί με το επονομαζόμενο «happy end» (διότι λυτρωτικό είναι όμως happy δεν θα το έλεγα). Μας χαλάει τον μαζοχισμό μας, μας βγάζει από την κατάθλιψή μας η λύτρωση των ηρώων;
    Ολα τα προηγούμενα βιβλία της ήταν γροθιές στο στομάχι μου. Σε αυτό ένοιωσα οτι λυπήθηκε τους βασανισμένους ήρωές της (ίως κι εμένα) και μας πρόσφερε μια λύτρωση εν ζωή.
    Κι αν για κάποιους «το Σουέλ θέλει να λέγεται ναυτικό βιβλίο», για μένα θέλει να λέγεται ψυχαναλυτικό βιβλίο και πολύ καλό μάλιστα.

  9. Το βρίσκω αστείο σε μιά εποχή που έχουμε εξοικειωθεί με ένα σωρό λογοτεχνίες από συμβατικές και προβλέψιμες μέχρι πειραματικές και σούπερ μοντερνικές κάποιοι να κολλάνε στην ανάγκη της ετικέττας. Κάθε συγγραφέας έχει το στυλ του, τη δικιά του αντίληψη φόρμας και το δικαιωμα του σε κάθε είδους αντικονφορμισμό. Το ζητούμενο είναι η ανάγνωση και η πειθώς της σαν βίωμααναγνωστικόκαι όχι φυσικά σαν ρεαλιστικό-παρόλο ότι εκεί στηρίζονται πολλά από τα συναισθήματα που γεννά η ανάγνωση.
    Είναι το πρώτο βιβλίο της που διαβάζω. Παρόλο ότι αποπειράται να γράψει αντρικό θέμα και ίσως με αντρικό τρόπο, η πλησμονή αισθημάτων που κατακλύζει το μικρό αυτό μυθιστόρημα το κάνουν να είναι τελικά ένα τυπικά γυναικείο επίτευγμα. Σίγουρα έχει στυλ και το κυνηγάει εμμονικά σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Υπάρχει μέριμνα γιά τη φόρμα:ο τρόπος που συμπλέκονται και τελικά συγκλίνουν η κύρια αφήγηση και τα γράμματα της Λίτσας είναι ένα μορφικό εύρημα μεγάλης πνοής. Οι χαρακτήρες είναι ρωμαλλέοι-ακόμα και οι γυνακείοι.
    Αν υπάρχει κάτι που εμέ προσωπικά δεν με ενθουσίασε είναι αυτή η ελαφρά-ευτυχώς δεν είναι πολύ έντονη-προσήλωση στις χρωματισμένες λέξεις τυπικές του ναυτικού επαγγέλματος, που ριψοκινδυνεύουν την ανάγνωση του βιβλίου-δηλαδή τη διαχρονικότητα του-γιά κάποια χρόνια μετά.Πάντα με απωθεί ο γλωσσικός γραφισμός.Πάντως δεν είναι έντονος, ας το πούμε παραστατικά δεν είναι Καβαδιακός. Το δεύτερο που κάπως θεωρώ αδύνατο είναι ότι οι κορυφώσεις της αφηγήσεις είναι υποτονικές και περνάνε κάπως απαρατήρητες και σχεδόν μετά τις αντιλαμβάνεσαι σαν τέτοιες και κάπως συνειρμικά. Μπορεί όμως νάναι και σκόπιμη μιά τέτοια επιλογή ακριβώςε γιά να μην φορτώσει τον χαμηλόφωνο συναισθηματισμό-τον αντρικό όπως προείπα-του μυθιστορήματος.
    Το βιβλίο πάντως ρουφιέται και αληθινά το απόλαυσα.

  10. Έτυχε τώρα να δω την κριτική σου, librofilo, και βλέπω πόσο συγκλίνουμε αναδρομικά, όταν ένιωσα τότε, διαβάζοντας, να ασφυκτιώ από τον καρακατασκευασμένο συναισθηματισμό του βιβλίου της …ναυτικής αλμύρας με το θαλασσινο λεξιλογιο αλα «λογοτεχνικά» και, το χειροτερο, με την προκλητική εμπορική προώθηση που το επέβαλε ρεαλιστικότατα. Σχετικά αργότερα διάβασα ενα «θάψιμο» σε λογοτεχνικό περιοδικό και ανακουφίστηκα ότι ευτυχώς σκεφτόμαστε ακόμη ο καθένας για λογαριασμό του (μας αρέσει, δεν μας αρέσει)και όχι με την ομοιομορφία χειροκροτητή που υπαγορεύουν οι γνωστοί εκδοτικοί οίκοι και οι συγγραφείς τους στα προσχεδιασμένα μπεστσέλερ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s