Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει (είναι σωστό;)

Επικαιροποιημένο το Μάρτιο του 2015.

Έχουν περάσει εννιά(!) χρόνια, στις 31/3/2006, από τότε που παρέθεσα αυτό το απίστευτο σχόλιο του Βήματος, ασχολήθηκα άλλες δυο φορές με τη βοήθεια κυρίως του Νίκου Σαραντάκου που έγραψε αναλυτικά τουλάχιστον δυο φορές μετά για το θέμα. Ο μύθος καλά κρατεί και φαίνεται από τα στατιστικά του ιστολογίου μου όσο και του Σαραντάκου. Κι όχι μόνο, κρατάει ακόμα γερά μέχρι σήμερα σύμφωνα με τις ανευρέσεις στο Google. Ο Νίκος Σαραντάκος επανήλθε με νέο κείμενο που, εκτός μελλοντικών απροόπτων, πιστεύω κλείνει οριστικά το θέμα με τις διάφορες και απίθανες ερμηνείες γύρω από τη φράση.

«Ασθενής και οδοιπόρος» λοιπόν -και με τις ευλογίες του σεβασμιότατου!

Έκλεισα τα άλλα δυο ποστ που είχα κάνει διότι αφενός επαναλαμβάνονται πολλά πράματα στα κείμενα του Σαραντάκου κι αφετέρου να συγχωνευτούν όλα σε ένα κοινό άξονα αναφοράς.

____________________________________

Πολύ γνωστή – όσο και λίγο ακατανόητη – παροιμιώδης φράση αλλά στο σημερινό Βήμα διαβάζω έκπληκτος το εξής:

Η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη κατανάλωσε σαρακοστιανό φιλέτο στην Ουάσιγκτον και εγώ έγραψα (σ.σ. χτες) πως είναι συχωρεμένη διότι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει«. Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι «ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει«, όπου «διπόρος» είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

Μα τα γένια του Δία! Αλήθεια, από πού είναι αυτή η φράση, γνωρίζει κανείς; Στέκει αυτό που διαβάζω;

UPDATE 24 Απριλίου 2009:

Μετά από τρία χρόνια, η συζήτηση καλά κρατεί. Παραθέτω δύο ξεκάθαρα άρθρα του Νίκου Σαραντάκου για το θέμα:
Ασθενής και οδοιπόρος… είναι άραγε λάθος;
Υπάρχει λέξη «διπόρος»;

Ο ανύπαρκτος έρωτας της “κοιμωμένης” Σοφίας Αφεντάκη με τον Τζιοβάνι Μάριο

Το 1878 η Σοφία Αφεντάκη, πέθανε σε ηλικία μόλις 18 ετών από φυματίωση. Ο πατέρας της Γεώργιος Αφεντάκης κάλεσε τον γνωστό γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά να φτιάξει ένα άγαλμα που θα σκέπαζε το μνήμα της στο Α’ Νεκροταφείο. Έτσι δημιουργήθηκε η περίφημη Κοιμωμένη του Χαλεπά, ένα άγαλμα που στάθηκε αφορμή να περάσει στην αιωνιότητα η μνήμη της Σοφίας Αφεντάκη, που έμεινε πλέον γνωστή ως η Κοιμωμένη του Χαλεπά.

Το 1878 η Σοφία Αφεντάκη, πέθανε σε ηλικία μόλις 18 ετών από φυματίωση. Ο πατέρας της Γεώργιος Αφεντάκης κάλεσε τον γνωστό γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά να φτιάξει ένα άγαλμα που θα σκέπαζε το μνήμα της στο Α’ Νεκροταφείο. Έτσι δημιουργήθηκε η περίφημη Κοιμωμένη του Χαλεπά, ένα άγαλμα που στάθηκε αφορμή να περάσει στην αιωνιότητα η μνήμη της Σοφίας Αφεντάκη, που έμεινε πλέον γνωστή ως η Κοιμωμένη του Χαλεπά.

Θα έχετε συνειδητοποιήσει τον τελευταίο καιρο πως τα άρθρα από την ιστοσελίδα της Μηχανής του Χρόνου γνωρίζουν τελευταία μεγάλη διάδοση με τη συνεπικουρία του ειδησεογραφικού πορτάλ News247.gr που την προβάλλει πλέον σταθερά στην κεντρική του σελίδα. Κάπου όμως αυτή η υπερπροσφορά “των ψιλών γραμμάτων της ιστορίας” έχει απωλέσει την αξιοπιστία της καθώς πολλά από αυτά τα άρθρα είναι γραμμένα είτε στο γόνατο είτε έχουν μια πολύ προβληματική τεκμηρίωση, κυρίως όταν αφορούν ανεκδοτολογικού ενδιαφέροντος γεγονότα που δεν καλύπτονται επαρκώς από την ανάλογη παράθεση αξιόπιστων πηγών.

Ένα τέτοιο παράδειγμα παρουσιάστηκε πριν λίγες μέρες με την αναδημοσίευση ενός άρθρου για έναν υποτιθέμενο έρωτα που έζησε η Σοφία Αφεντάκη, η περίφημη Κοιμωμένη του Χαλεπά, με τον ιταλό τενόρο Τζιοβάνι Ματέο Μάριο με το βαρύ κόστος των ζωών τους, η πρώτη από τον ερωτικό μαρασμό (σε αντίθεση με την επίσημη αιτία θανάτου από φυματίωση)  και ο δεύτερος αυτοκτόνησε με το πιστόλι στην καρδιά εξαιτίας της άρνησης του πατέρας της Σοφίας να επιδοκιμάσει τον έρωτά τους. Η ιστορία όπως την παραθέτει ο Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης, αρχικά, από την εφημερίδα Real News κι ανατυπώθηκε από τη Μηχανή του Χρόνου, έχει όλα αυτά τα στοιχεία ενός πομπώδους βαγκνερικού δράματος που μας βάζει σε σκέψεις.

Πηγή αυτής της ιστορίας είναι μια σειρά άρθρων του Σπύρου Σ. Δενδρινού, η Κοιμωμένη – Το τρυφερό ρομάντζο της Σοφίας Αφεντάκη, που πρωτοδημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος στις αρχές της δεκαετίας του ’50 σε συνέχειες σαν “λαϊκό ανάγνωσμα” και μόλις πρόσφατα επανεκτυπώθηκαν σε βιβλίο από τις εκδόσεις Φιλιππότη με εισαγωγή της Μάρως Βαμβουνάκη. Όπως περιγράφεται στην παρουσίαση από την Ελευθεροτυπία,

“Ασχολείται με τη σύντομη αλλά αστραφτερή ζωή της Κοιμωμένης πριν κοιμηθεί. Με το περιβάλλον και το θανάσιμο ειδύλλιό της με Ιταλό τενόρο που συνάντησε μοιραία στην Οπερα της Νάπολης, πριν καλέσουν τον αλλόκοτο Τήνιο γλύπτη να τη μελετήσει στο φέρετρο και να γνωρίσει το ωραίο της πρόσωπο σε νεκρικό πια προσωπείο. […] Το έργο γράφτηκε σε χρόνια δύσκολα για τις αστικές ελληνικές κοινωνίες, που μελετούσαν ρομάντζα και άκουγαν λυγμικά τανγκό στο ραδιόφωνο, αναζητώντας σύντομα παραμύθια στη δύσκολη πεζή βιοτή”.

Επειδή δεν χρειάζεται να παραθέσουμε ολόκληρο το άρθρο εδώ για να μην βαρύνει ο όγκος του ποστ, διαβάστε το πρώτα από δύο πηγές, Μηχανή του Χρόνου και Now24, και συνεχίζουμε με την κατάρριψη του επικαιροποιημένου μύθου.

Μυθοκτονίας το ανάγνωσμα λοιπόν.

Ποιός ήταν ο Τζιοβάνι Ματέο Μάριο; Ξεχασμένος σήμερα τενόρος της όπερας που έζησε τον 19ο αιώνα, διακρίθηκε στην εποχή του σε γνωστούς κλασικούς ρόλους σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μέχρι και στη Νέα Υόρκη προσκλήθηκε για μια επιτυχημένη τουρνέ. Γεννήθηκε το 1810 στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας και πέθανε στη Ρώμη το 1883. Ήδη με την πρώτη ματιά βλέπουμε ότι κάτι δεν πάει καλά. Οι Δενδρινός/Κοντογιαννίδης μας δίνουν την πληροφορία πως έξι μήνες μετά το θάνατο της Αφεντάκη, ο Ματέο αυτοκτόνησε, δηλαδή το… 1879!

Έχουμε όμως να αντιμετωπίσουμε και το ζήτημα της ηλικίας. Το 1878 ο Ματέο ήταν 68 ετών και δεν το λέει και κανείς εύκολα πως βρίσκεται, για κείνη την εποχή, στην ακμή της ηλικίας του πόσο μάλλον και φωνητικά. Η αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών για τη ζωή του Ματέο απέδωσε καρπό μια βιογραφική έκδοση του 1910 με τίτλο The romance of a great singera memoir of Mario, by Mrs. Godfrey Pearse and Frank Hird διαθέσιμο σε πλήρη προσπελάσιμη μορφή από το Open Library.

Αυτά που διαβάζουμε είναι πως ο Τζιοβάνι Ματέο Μάριο δεν έδωσε καμία παράσταση στη Νάπολη ή αλλού το 1878. Είχε ήδη αποσυρθεί με μια πολυδιαφημισμένη αποχαιρετιστήρια συναυλία στο Κόβεν Γκάρντεν του Λονδίνου στις 19 Ιουλίου του 1871 (σελ. 284-286). Αργότερα το 1874, με ενδιάμεσο σταθμό στη Φλωρεντία, λόγω του γάμου μιας από τις δύο κόρες του μετακόμισε στο δεύτερο όροφο του σπιτιού του στη via di Ripetta πάνω από τον Τίβερη ποταμό στη Ρώμη (σελ. 290) όπου κι έκτοτε έζησε εκεί μέχρι το θάνατό του. Η αιτία του θανάτου του δεν ήταν φυσικά μια σφαίρα στην καρδιά. Λόγω της στηθάγχης που τον ταλαιπωρούσε εκείνα τα χρόνια, πεθαίνει από ισχαιμικό επεισόδιο πετριγυρισμένος από τους οικείους του, τους θαυμαστές του και τον στενό φίλο του γιατρό που τον κουράριζε, στις 11 Δεκεμβρίου του 1883 (σελ. 295).

Πλήρης ασυμφωνία των πηγών και του “βιβλίου” του Σπύρου Δενδρινού. Αρκεί μόνο να κατανοήσουμε κάποια πράματα, πως “λαϊκό ανάγνωσμα” σημαίνει μια φτηνή λογοτεχνία ταυτόσημη με τη μυθοπλασία. Δείγματα τέτοιου είδους έχουμε πάμπολλα, είναι γνωστά τα λαϊκά αναγνώσματα του 19ου αιώνα με τους ληστές που ακόμα μέχρι σήμερα ρίζωσαν μύθους που ανανέωσαν τη δυναμικότητά τους με την έκρηξη του διαδικτύου, για παράδειγμα ανακυκλώνεται ακόμα ο μύθος για τη σχέση της δούκισσας της Πλακεντίας με το λήσταρχο Νταβέλη, γεγονός που πανεύκολα καταρρίπτεται. Αλλά κανείς δεν το ψάχνει γιατί είναι μια όμορφη ρομαντική ιστορία. Δηλαδή φτηνά ρομάντζα, εντελώς μυθεύματα και τίποτε άλλο.

Ας παραθέσουμε την τελευταία φωτογραφία του Τζιοβάνι Μάριο, η κορασίδα που κάθεται στα γόνατά του δεν είναι βεβαίως η Αφεντάκη αλλά μια από τις κόρες του. Ας μην σχολιάσουμε περαιτέρω, τα αυτονόητα σκέφτεται κανείς.

Giovanni_Matteo_Mario

Από το The romance of a great singer – a memoir of Mario, σελ. 291.

Υπάρχει κι ένα άλλο ζήτημα. Οι συνοδευτικές φωτογραφίες που παραθέτει στο άρθρο του ο Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης αναδεικνύουν το πρόβλημα του ελέγχου των πηγών. Προφανώς κατάλαβε πολύ γρήγορα πως θα ψάξει στο Google για τον Giovanni Mario και βρήκε την χαρακτηριστική εικόνα. Μόνο που αυτή η εικόνα βγαίνει σαν πρώτο αποτέλεσμα από την… αγγλική wikipedia όπου εκεί είναι πανεύκολο να ελέγξει κανείς την ακρίβεια των βιογραφικών στοιχείων του τενόρου. Κάτι που προφανώς δεν έγινε, ακούσια ή εκούσια δεν μπορώ να το πω. Ένα δεύτερο στοιχείο με προβλημάτισε και ρώτησα τρεις φίλους να μου πουν τη γνώμη τους. Το φωτογραφικό πορτραίτο της Σοφίας Αφεντάκη δεν πείθει πως είναι αυθεντικό, ταιριάζει περισσότερο σε μια από κείνες τις βαμπ του βωβού κινηματογράφου και γενικότερα της μπελ επόκ. Αλλά εκεί όρκο δεν δίνω καθώς η φυσιογνωμική σύγκριση με το περίφημο γλυπτό του Χαλεπά δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε σίγουρα συμπεράσματα.

Αν δεν σας έπεισαν ακόμα τα παραπάνω, προσέξτε το άλλο. Στο άρθρο παρατίθεται η εξής πληροφορία για τη γοητεία της Σοφίας Αφεντάκη που ασκούσε στο περίγυρό της, θυμηθείτε πως αφορά ένα γεγονός που συνέβη πριν το θάνατό της το 1878,

“Κάποτε, καμιά δεκαριά φοιτητές, όπως ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Καλλιφρονάς (έγινε δήμαρχος), ο Λέκκας κ.α., οργάνωσαν εκδήλωση προς τιμήν της Σοφίας, στην ταβέρνα «Τις πταίει» στην οδό Ηφαίστου 53”.

Μόνο που ο Μανώλης Καλομοίρης γεννήθηκε το… 1883.

_______________________________

Πηγές

The romance of a great singera memoir of Mario, by Mrs. Godfrey Pearse and Frank Hird

Σπύρος Δενδρινός, Η Κοιμωμένη – Το τρυφερό ρομάντζο της Σοφίας Αφεντάκη στη βάση της Biblionet

Giovanni Matteo Mario στην αγγλόφωνη wikipedia

Giovanni Matteo De Candia στην ιταλόφωνη wikipedia

Giovanni Matteo Mario στην Encyclopedia Britannica

Η Λάμψη

– Δολοφονήθηκαν δυο χρυσάβγουλα!
– Τι θες να πεις, δολοφονήθηκαν δυο χρυσάβγουλα;
– Ναι, δολοφονήθηκαν δυο χρυσάβγουλα!
– Δηλαδή Γιάγκο Δράκο, δυο χρυσάβγουλα δολοφονήθηκαν;
– Ναι Βίρνα, δολοφονήθηκαν δυο χρυσάβγουλα!

Στη φωτογραφία, πρόταση για μνημείο υπέρ των πεσόντων χρυσαβγιτών, ενδείκνυται η τοποθέτησή του κάπου σε μια κορυφογραμμή του Γράμμου.

wc

Ρίτα Μπούμη-Παπά: «Αέρα!»

Η Ρίτα Μπούμη-Παπά, σύζυγος του ποιητή Νίκου Παπά, σήμερα έχει μάλλον τοποθετηθεί στη σειρά αυτών που τείνουν να ξεχαστούν. Όμως είχε αφήσει σημαντική λογοτεχνική παραγωγή και μεγάλο μεταφραστικό έργο. Καθώς στο διαδίκτυο υπάρχουν λίγα δείγματα της δουλειάς της, στο τέλος του ποστ βάζω μερικά ενδεικτικά λινκ, διάλεξα ένα διήγημά της με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου που αναπαριστά το ιδιαίτερο κλίμα κατά τους πρώτους μήνες της ιταλογερμανικής κατοχής στην Αθήνα.

italoi-Athens-katoxi

Τη εποχή που γράφει η Ρίτα Μπούμη-Παπά, Ιούλης του 1941, δεν είχαν ξεκινήσει καλά καλά να οργανώνονται οι πρώτες αντάρτικες ομάδες, μόλις στις 31 του Μάη ο Γλέζος με το Σάντα κατέβασαν τη ναζιστική σημαία· έτσι η δημόσια αποδοκιμασία των κατακτημένων εκφραζόταν με σκωπτικούς τόνους, από τη συμπεριφορά απέναντι στους Ιταλούς – στην αρχή πολύ λιγότερο στους Γερμανούς – μέχρι τα γκράφιτι στους τοίχους των κτιρίων. Αυτή η αντίδραση ήταν αναμενόμενα ενδεδειγμένη αμέσως μετά το αρχικό σοκ της κατάληψης της Αθήνας καθώς το αλβανικό έπος είχε καταρρακώσει το ηθικό της ιταλικής στρατιάς. Ο Σόλωνας Ν. Γρηγοριάδης περιγράφει χαρακτηριστικά το κλίμα κατά τους πρώτους μήνες της κατοχής:

Πώς όμως οι Έλληνες αντιμετώπισαν την υπαγωγή της ηπειρωτικής Ελλάδας στην ιταλική διοίκηση; Η δυσφορία και η αγανάκτησή τους ήταν μεγάλη και την εκδήλωναν με περιφρόνηση και χλευασμό κατά των νέων αρχών, και ιδίως κατά των Ιταλών που έφεραν στολή. Έδειχναν μάλιστα διάκριση προς τους Γερμανούς, οι οποίοι δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους· και συχνά εθεώντο να παρακολουθούν γελώντας σκηνές ελληνικής «πρόγκας» κατά των Συμμάχων τους, που η επωδός της ήταν η πασίγνωστη τότε «μπράβο Κολονέλλο». Αυτά, όμως, συνέβαιναν στην αρχή. [1]

Tο ημερολόγιο του υπουργού Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο απεικονίζει, λίγο αργότερα, αυτή την κατάπτωση στο ιταλικό ηθικό σε ιδιαίτερα πικρόχολο τόνο μπροστά στο διαφαινόμενο μεγάλο λιμό. Γράφει στις 11-10-1941:

Ο Γκίτζι εξέθεσε εντίμως στο Ντούτσε την κατάσταση στην Ελλάδα που μπορεί να συνοψισθεί στη λέξη: πείνα. Όλες οι συνέπειες είναι δυνατές, από τις επιδημίες ως τις άγριες εξεγέρσεις εκείνων που ξέρουν ότι τώρα πια δεν έχουν τίποτε να χάσουν. Κάτι θα γίνει. Ο Μουσολίνι διέταξε να σταλούν αμέσως 75.000 κουιντάλια σιταριού. Είναι πολύ μικρό ποσό για τις ανάκγες του Νοεμβρίου. Αλλά δεν είναι δυνατό να γίνει τίποτε περισσότερο. Και οι Ιταλοί σφίγγουν τη ζώνη τους ως την τελευταία τρύπα, εκείνη που αποκαλούν «τρύπα του Μουσολίνι». [2]

Το διήγημα της Μπούμη-Παπά περιέχεται στον έκτο τόμο της Ιστορίας της Αντίστασης 1940-45, εκδόσεις Αυλός. Υποθέτω ότι προέρχεται από τη συλλογή της Όταν πεινούσαμε και πολεμούσαμε – Διηγήματα (1941-1945). Αθήνα, Τύμβη, 1975.

 

papa-levi_579x800

«ΑΕΡΑ!»

rita_boumi_papaΙούλιος 1941. Στην Αθήνα. Στο σπίτι της οδού Ηπείρου 8, κατοικούν σ’ ένα δωμάτιο ενοικιασμένο η Ρίτα Μπούμη κι ο Νίκος Παπάς, ύστερα από την έξωσή τους από το ξενοδοχείο που έμεναν, και οι Γερμανοί, μπαίνοντας στην Αθήνα, επίταξαν. Το δωμάτιο είχε και μπαλκόνι στο δρόμο. Απέναντι, σ’ ένα μεγάλο σπίτι, αφού διώχτηκαν οι ένοικοί του, που τ’ άφησαν κλαίοντας, Οι Γερμανοί, λίγο αργότερα, εγκατάστησαν μια ιταλική μονάδα Στρατιωτικού Κινηματογράφου, που διοικούσε ένας πανύψηλος ξερακιανός υπολοχαγός με γένι.

Την εγκατάσταση των Ιταλών στην Αθήνα δε μπορούσε να την ανεχτεί ο αθηναϊκός λαός που ακόμα τραγουδούσε στους δρόμους ή σφύριζε το αγαπημένο του τραγούδι «Κορόιδο Μουσολίνι»… Στην πρώτη εμφάνιση των Ιταλών στρατιωτών, ο κόσμος σφύριζε αποδοκιμαστικά και φώναζε «αέρα!». Είδα μαθήτριες Γυμνασίου στην Πατησίων να γιουχαΐζουν τους βερσαλιέρους που στα κράνη τους έχουν φτερά: «Κικιρίκου! κικιρίκου!» τους φώναζαν και τους ντρόπιαζαν. Οι τοίχοι των σπιτιών της Αθήνας είχαν γεμίσει από γραμμένη τη λέξη «αέρα!», το θρυλικό σύνθημα των εξορμήσεων του ελληνικού στρατού, και που το γνώριζαν καλά οι Ιταλοί από την Αλβανία.

Στο κτίριο όπου είχε στεγαστεί ο Ιταλικός Στρατιωτικός Κινηματογράφος κ’ είχαν κουβαληθεί ένα σωρό μηχανήματα, υπηρετούσαν καμιά δεκαριά στρατιώτες κι ένας υπαξιωματικός που είχε φαίνεται υπηρετήσει στη Ρόδο, αν δεν ήταν και γνήσιος Ροδίτης, πού μιλούσε τα ελληνικά σαν κι εμάς. Αυτός ο τελευταίος, όταν ξημερώνοντας έβλεπε γραμμένη στους τοίχους του καταυλισμού τους τη λέξη «αέρα!», γινόταν έξω φρένων και βλαστημώντας ελληνικώτατα Χριστούς και Παναγίες, έβαζε ένα στρατιώτη να σβήσει τη λέξη με νερό και σφουγγάρι.

Μια φορά απ’ τις τόσες πού πλενόταν ο τοίχος, ο φαντάρος τόλμησε να πει:«Μα περκέ, σινιόρ σερτζέντε;» Νον φα νιέντε…» (Μα γιατί κύριε επιλοχία… Δεν πειράζει…), ο υπαξιωματικός τον επιτίμησε με βάναυση γλώσσα.

Ένα ζεστό απόγεμα, καθόμουνα στο μπαλκόνι με μια δασκάλα συγκάτοικο στο ίδιο σπίτι, Ηπείρου 8, και κρυφοκουβεντιάζαμε για την κατάσταση. Απέναντι, στον κιτρινωπό και ξεθωριασμένο από τα σβησίματα τοίχο, είχε πάλι γραφτεί με κάρβουνο η τρομερή λέξη «ΑΕΡΑ!», που αληθινά εμψύχωνε κάθε περαστικό που την έβλεπε. Ο υπαξιωματικός πληροφόρησε το διοικητή και, αυτή τη φορά, αντί να κατεβεί ο φαντάρος με τον κουβά και το σφουγγάρι, κατέβηκε φοβερά εκνευρισμένος ο υπολοχαγός και άρχισε να βηματίζει πεισματικά στο πεζοδρόμιο, σφίγγοντας με λύσσα τη λαβή του μαστιγίου του.

Σε μια στιγμή περνούν δυο νεαροί ντυμένοι «της κούτας» με τ’ άσπρα «γκάντι» κουστούμια τους, σωστοί γαμπροί που λέει ο λόγος.[3] Οι νέοι έριξαν μια ματιά στην πελώρια μαύρη λέξη, κρυφοχαμογέλασαν, δίχως να σταθούν. Ο αξιωματικός, ερεθισμένος πρωτ’ απ’ όλα από την εμφάνισή τους (ή πείνα δεν είχε αρχίσει ακόμα), αλλά και από τη χαρά που ζωγραφίστηκε στα πρόσωπα των νέων, αγρίεψε και βρίζοντάς τους ιταλικά με τις πιο πρόστυχες λέξεις, τους σταμάτησε. Ταυτόχρονα φώναξε: «Πιέτρο!» Σε μισό δευτερόλεπτο κατέβηκε ο ελληνομαθής σερτζέντε, κι ενώ ο διοικητής του ούρλιαζε, αυτός διαβίβαζε ελληνικά τις διαταγές του στα δυο παλικαράκια.

— Βγάλτε αμέσως τα σακάκια σας!
— Για ποιό λόγο;
— Για να καθαρίσετε μ’ αυτά τον τοίχο!
— Μα…

Το μαστίγιο του υπολοχαγού σηκώθηκε κ’ ή πρώτη καμουτσικιά σφύριξε, μετά ή δεύτερη, ή τρίτη. Σκαμπίλια. Κλωτσιές.

— Βγάλτε τους τα σακάκια! — ούρλιαζε ο τενέντες. Οι στρατιώτες προσπαθούσαν να τούς ξεντύσουν με τη βία. Ο συναγμένος κόσμος αποδοκίμαζε. Πάλευαν να γδύσουν τα παιδιά. Τα ξέσχισαν. Τότε μ’ ένα βρισίδι, ο Πιέντρο, πιο πολύ για να ικανοποιήσει το διοικητή του, έτριψε τον τοίχο. Τον άλλο, τον κρατούσε χάμω η μπότα του αξιωματικού. Ένας δικός μας αστυφύλακας προχώρησε και με διάκριση ρώτησε «τι συμβαίνει» σα να μην έβλεπε τι γινόταν. Ούτε σημασία του ’δωσαν.

Δεν άντεξα άλλο. Ορμώντας απ’ το μπαλκόνι με φόρα να πέσω πάνω του, φώναξα με φωνή που θ’ ακούστηκε στην Ομόνοια:

— Bestia! Vigliacco! (Κτήνος! άνανδρε!) Γιατί χτυπάτε τα παιδιά με τέτοιο βάρβαρο τρόπο;

Ό υπολοχαγός ξαφνιάστηκε που μια γειτόνισσά του τον επιτιμούσε έτσι αυστηρά στη γλώσσα του. Σάστισε.

— Μα δε βλέπετε λοιπόν τί γράφουν; — μου είπε, ζητώντας σύμμαχο.
— Αλλά δεν το ‘γραψαν Οι νέοι αυτοί! Αν το ‘γραφαν δε θα περνούσαν από μπροστά σας.
— Πρέπει κάποιος να τιμωρηθεί!
— Αυτό το κάνουν μονάχα οι άνανδροι! Ντροπή!
— Κλείστε το στόμα σας!
— Όχι, δεν το κλείνω! Σάς ξευτελίσαμε στην Αλβανία! Σάς πιάναμε κατά χιλιάδες αιχμαλώτους. Τώρα σας φέρανε οι Γερμανοί, για να μας κάνετε το γενναίο στην άσφαλτο!
— Θα το κλείσεις το στόμα ή όχι;

Και βγάζει την ίδια στιγμή απ’ την τσέπη του ένα πιστόλι και το κατευθύνει στο μπαλκόνι. Μας σημάδευε. Η δασκάλα τρύπωσε μέσα, ο κόσμος φώναζε «Μη! μη!» και ο αστυφύλακας άφωνος δεν ήξερε τι να κάνει.

Εγώ συνέχιζα να τον πολυβολώ με βαριές λέξεις.

— Θα σε πυροβολήσω!
— Έ, λοιπόν πυροβόλησε, αν είσαι άνδρας! Τί κάθεσαι;

Έτρεμα… Περίμενα να με χτυπήσει.

Και όμως, όχι. Ό Ιταλός πτοήθηκε. Έσκυψε το κεφάλι, ξανάβαλε το πιστόλι στην τσέπη και μπήκε μέσα στον καταυλισμό, και πίσω του ένας ένας όλοι οι στρατιώτες. Ο κόσμος σχολίαζε, ρωτούσαν ποια είμαι, κι ο αστυφύλακας ζητούσε να τους διασκορπίσει.

Για ν’ αποφύγω τα μάτια των συναθροισμένων, μπήκα μέσα στο δωμάτιο, ρίχτηκα στην πολυθρόνα και ξέσπασα σε γοερό κλάμα.

Κάτω στο ισόγειο, ο αστυφύλακας έπαιρνε τα στοιχεία μου από τη σπιτονοικοκυρά μου, κυρά Πηνελόπη…

Αθήνα, Ιούλιος 1941

_____________________________________________

[1] Σόλων Ν. Γρηγοριάδης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, έκδοση της Κ. Ελευθεροτυπίας.

[2] Ιωάννης Ε. Γκίκας, Ο Μουσολίνι και η Ελλάδα, εκδ. Εστία.

[3] Το «κουστούμι γκάντι» αναφέρεται στο χαρακτηριστικό κολάρο των Ινδών στην εποχή του Γκάντι, εδώ μια φωτογραφία.

_____________________________________________

Ενδεικτικά έργα της Μπούμη-Παπά στο διαδίκτυο:

Το Λαθραίο Ταξίδι στον ιστότοπο του Σαραντάκου.

Τέσσερα Ποιήματα στο Ποιείν.

Ένα χαρακτηριστικό αυτοβιογραφικό απόσπασμα από το ιστολόγιο k-m autobiographies.

Τα γράμματά σου από το ιστολόγιο Allilografia.

Κι άλλα ποιήματα από το φόρουμ του Translatum.

Μια σύντομη εργοβιογραφία από το στοιχειωμένο ΕΚΕΒΙ.

Η φωτογραφία της Μπούμη-Παπά με τον Κάρλο Λέβι σκαναρίστηκε από την έκδοση τσέπης Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι του Λέβι, εκδ. Οδυσσέας. Η φωτογραφία της ιταλικής παρέλασης προέρχεται από το βιβλίο του Γρηγοριάδη ενώ το πορτραίτο της βρέθηκε στο k-m autobiographies.

Επιτύμβιον, του Μανόλη Αναγνωστάκη

Πέθανες- κι ἔγινες καὶ σύ: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σὲ συνοδέψανε, τρεῖς λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα γιὰ τὶς ὑπέροχες ὑπηρεσίες ποὺ προσέφερες.

Ἄ, ρὲ Λαυρέντη, ἐγὼ ποὺ μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στὸ ψέμα
Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ, δὲν θὰ ῾ρθῶ τὴν ἡσυχία σου νὰ ταράξω.

(Ἐγώ, μιὰ ὁλόκληρη ζωὴ μὲς στὴ σιωπὴ θὰ τὴν ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι μὲ τίμημα τὸ θλιβερό σου τὸ σαρκίο.)

Κοιμοῦ ἐν εἰρήνῃ. Ὡς ἤσουν πάντα στὴ ζωή: ὁ καλός,
Ὁ λαμπρὸς ἄνθρωπος, ὁ οἰκογενειάρχης, ὁ πατριώτης.

Δὲ θά ῾σαι ὁ πρῶτος οὔτε δὰ κι ὁ τελευταῖος.

Αναζητώντας το χαμένο ιστορικό κρίκο της κλωστοϋφαντουργίας: η περίπτωση Λαναρά

Ψάχνοντας για κάποια στοιχεία σχετικά με μια έρευνά μου, τα οποία θα έμπαιναν πιθανότατα ως παρένθεση, σκόνταψα στην υπόθεση του δυσάρεστου όσο και αμφιλεγόμενου βιομηχάνου Θωμά Λαναρά που μας άφησε χρόνους. Κοιτάζοντας περισσότερο το θέμα αναρωτήθηκα πόσο βαθιά μέσα στο χρόνο έφταναν οι κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις του αλλά βρήκα ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες ενδείξεις χάρη στο γνωστό πια όσο κι εξαιρετικά εντυπωσιακό ημερολόγιο του απεσταλμένου του προέδρου Χάρι Τρούμαν, ο Πολ Πόρτερ, την εποχή της διακυβέρνησης του τραπεζίτη Δημήτριου Μαξίμου κατά το 1947.

Ας κάνουμε μια παρένθεση και κάντε τον κόπο να διαβάστε πρώτα αυτό το ρεπορτάζ του Χρήστου Κορφιάτη για το ΒΗΜΑ στις 30/04/2006. Και συνεχίζουμε.

Η καταγραφή του εξόχως αποκαλυπτικού ημερολόγιου του Πολ Πόρτερ, με ημερομηνία Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 1947, αποκαλύπτει μια συνάντηση με έναν βιομήχανο κλωστοϋφαντουργίας χωρίς -δυστυχώς- να διασώσει το επώνυμό του:

Με διερμηνέα τον Dipson, συζήτησα με έναν βιομήχανο κλωστοϋφαντουργίας και άλλους το ζήτημα της ενίσχυσης παραγωγικών δραστηριοτήτων με ρευστό. Και αυτοί εξέφρασαν το μεγάλο τους φόβο για πολιτική αστάθεια και μια αίσθηση ανασφάλειας. Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι ιδιώτες με τους οποίους συνομιλώ είναι παλιές καραβάνες στο να μετατρέπουν τα κέρδη τους σε χρυσό ή συνάλλαγμα, για να τα φυγαδεύουν και να τα διασφαλίζουν στο εξωτερικό. Τους είπα ότι ένας ξένος  έχει την εντύπωση πως οι επιχειρηματίες της Ελλάδας ξεπουλάνε τη χώρα τους. Συνέχισα τη συζήτηση με τον Πεσμαζόγλου* και συμφωνήσαμε ότι πιθανότατα το ζήτημα δεν είναι ηθικό, αλλά αποτελεί ευθύνη της κυβέρνησης να απαγορεύσει τέτοιες πρακτικές. [1]

*Γεώργος Πεσμαζόγλου, ο πρόεδρος και διοικητής της Εθνικής Τραπέζης και της Εθνικής Κτηματικής Τραπέζης.

Τα συμφραζόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Πολ Πόρτερ είχε συναντηθεί με έναν βιομήχανο από τις κορυφαίες κλωστοϋφαντουργίες της εποχής. Η επιχείρηση του Ελευθέριου Μουζάκη, πασίγνωστος από την “Πεταλούδα”, ουσιαστικά ξεκίνησε φτωχά το 1950 οπότε στρεφόμαστε είτε στον απολύτως ξεχασμένο Ραζή, τον Νίκο Καρέλλα της Αιγαίον,  τον Χριστόφορο Κατσάμπα της Πειραϊκής Πατραϊκής ή στον πατέρα Λαναρά. Αμφότεροι οι τελευταίοι ήταν πολύ δραστήριοι στην μετακατοχική Ελλάδα -μεσούσης του Εμφυλίου…- αλλά η παρατήρηση του Πολ Πόρτερ, κι ας μην διέσωσε το όνομα, αποκτά μεγαλύτερη σημασία αναζητώντας τις προσωπικές πορείες του καθενός από αυτούς.

Όμως ο Χριστόφορος Κατσάμπας είχε εκλεγεί πρόεδρος του ΣΕΒ το 1945 και ήταν τόσο θορυβώδης στο έργο του, επανεκλέχτηκε αργότερα το 1947, που μάλλον θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε με σκεπτικισμό την άγνοια του Πολ Πόρτερ γι αυτόν.

Οπότε η πιθανότητα ισομοιράζεται μεταξύ Καρέλλα, Λαναρά και Κατσάμπα.

Ιδού πεδίον δόξης λαμπρό για τους ερευνητές.

Ας κάνουμε μια παραπομπή στο βιογραφικό του αποθανόντος Θωμά Λαναρά, όπως μας λέει το Insider.gr:

«Ο Θ. Λαναράς είναι πρώτος ξάδελφος του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη από το γάµο της αδερφής του πατέρα του, Χριστόδουλου, µε τον Ιωάννη Βαρβιτσιώτη και πρώτος ξάδελφος του Σπύρου Καπράλου [σ.σ. Διετέλεσε πρόεδρος του Χρημαστηρίου] , ο πατέρας του οποίου παντρεύτηκε τη δεύτερη αδερφή του Χριστόδουλου, ενώ η τρίτη κατά σειρά αδερφή του πατέρα του έγινε µέλος της ισχυρής οικογένειας Εφραίµογλου.»

Αυτά όπως και άλλες γνωστές παρόμοιες περιπτώσεις να έχουμε υπόψη όταν κάποιοι σκίζονται για «ελεύθερη αγορά», «ιδιωτική πρωτοβουλία» και “ανταγωνισμό στην οικονομία” στην Ελλάδα. Ο μεσαίωνας με τους βασιλικούς γάμους και τις επιμειξίες των φεουδαρχών δεν έχει πεθάνει ποτέ.

[1] Πολ Πόρτερ
Ζητείται: Ένα θαύμα για την Ελλάδα.
Έκδοση για το ΒΗΜΑ, σελ 144.

Σημ. Το ποστ αναβαθμίστηκε διακριτικά με μια προσθήκη. Ευχαριστώ τον φίλο Κάππα Γκρέκο από το Facebook για την υπενθύμιση με τον Ν. Καρέλλα.