Ο Στάθης Καλύβας τα κάνει (για μια ακόμη φορά) μαντάρα

Ο Στάθης Καλύβας δεν χρειάζεται συστάσεις, είναι πλέον γνωστός για τον αντιδραστικό τρόπο που εξετάζει την περίοδο του Εμφύλιου και την πυκνή αρθρογραφία του στις εφημερίδες, κυρίως στην Καθημερινή ως βασικός αρθρογράφος. Πρόσφατα, έγραψε ένα άρθρο στο οποίο ο προσεκτικός αναγνώστης, που έχει γνώσεις της ιστορίας πέρα από τις φόρμες των σχολικών εγχειρίδιων, θα διαπιστώσει πως τέτοιου είδους παρεμβάσεις συμβάλλουν επικουρικά στη καλλιέργεια και στον έλεγχο μιας νέας πολιτικής συνείδησης που θα υπαγορεύεται από τον απολογιτισμό σκοτεινών εποχών.

Το άρθρο έχει τίτλο Επιστροφή στο παρελθόν;

Κατηγορεί έναν Αμερικανό αρθρογράφο, πως “ο Roger Cohen, ένας από τους σοβαρότερους αρθρογράφους των New York Times, αναπαράγει σε πρόσφατο άρθρο του ένα στερεοτυπικό ιστορικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η ιστορία της Ελλάδας δεν είναι παρά μια διαδοχή καταστροφών: πόλεμοι, εθνοτικές εκκαθαρίσεις, δικτατορικά καθεστώτα και ένας εμφύλιος που τις συνέπειές του υφιστάμεθα έως σήμερα” και καταλήγει ο Στ. Καλύβας, πως “το αφήγημα της Ψωροκώσταινας πάσχει όσο και το αντίστοιχο της ισχυρής Ελλάδας. Και τα δύο γενικεύουν αποκλειστικά από το παρόν, ενώ απλοποιούν ασύστολα την ιστορία.” Η ιστορική σύνοψη του Roger Cohen δεν ενέχει κάποια παρατυπία ώστε να του προσάψει κανείς μια μεροληπτική αντιμετώπιση της νεοελληνικής ιστορίας. Εξάλλου, πρόσφατα ο Μαρκ Μαζάουερ έγραψε άρθρο στους Financial Times όπου κι αυτός ακολουθεί σχεδόν την ίδια γραμμή σε πιο ευρύτερα ιστορικοπολιτικά πλαίσια, αλλά πάντως καταγράφει κι αυτός διάδοχες καταστροφές για τις οποίες διαμαρτύρεται ο Στ. Καλύβας σε άλλες συνθήκες. Ίσως όμως να μην μπορεί να τον κατηγορήσει κι αυτόν ο Στ. Καλύβας καθώς μάς συστήθηκε στο πολυσυζητημένο δοκίμιο του Κόκκινη Τρομοκρατία στο πολύ σημαντικό συλλογικό έργο του Μαζάουερ Μετά τον Πόλεμο.[1] Κι ακόμα παραπέρα, κατηγορήθηκε πολλάκις,  όχι άδικα τις πιο πολλές φορές, πως ισοπεδώνεται σε ένα στερεοτυπικό ιστορικό αφήγημα αφού είναι έκδηλα απολογητής της Λευκής Τρομοκρατίας. Το δοκίμιο του είναι όντως ενδιαφέρον μα τα πορίσματα είναι αυτά που αμφισβητούνται έντονα επειδή γενικεύουν αποκλειστικά από το παρόν, ενώ απλοποιούν ασύστολα την ιστορία.

Στη συνέχεια γράφει το εκπληκτικό, πως “η Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες αποικίες που έφτιαξε εθνικό κράτος”!! Αν έγραφε για την Κύπρο θα ήταν ολόσωστος αλλά εδώ φανερώνει μια σύγχυση – ή μήπως πρόκειται για ακριτομυθία; Η Ελλάδα ήταν αποικία επί τουρκοκρατίας κι όχι τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας και ακόμη ευρισκόμενη σε συνθήκες προτεκτοράτου επί Μεγάλων Δυνάμεων το 19ο αιώνα; Του ξέφυγε η παραδοχή πως, μετά το 1827, τελικά ήμασταν σχεδόν αγγλική αποικία λόγω του Κάνιγκ και του έχουμε άγαλμα στην ομώνυμη πλατεία, όπως τα λέει σκωπτικά ο Βασίλης Ραφαηλίδης στο γνωστό μπεστ σέλερ του;[2]

Παρακάτω θεωρεί πως “παρά τα όσα γράφονται σήμερα, η Ελλάδα έζησε κυρίως σε καθεστώς ειρήνης και δημοκρατίας και όχι κάτω από εμπόλεμες ή δικτατορικές συνθήκες.” Αν εννοεί ειρήνη και δημοκρατία και τις εξαιρετικά προβληματικές εποχές της συγκυβέρνησης Παλατιού και ΕΡΕ, που οδήγησαν στις εκλογές βίας και νοθείας το 1961 μέχρι την επταετή χούντα, τότε έχουμε ένα πρόβλημα αντίληψης και ερμηνείας από μέρους του Στ. Καλύβα. Γιατί μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια πως η μόνη περίοδος που υπήρξε μια δημοκρατία χωρίς προφανείς παρεκτροπές είναι η Μεταπολίτευση, που χάρη στη χούντα ξεφορτώθηκε λυτρωτικά την τυραννία της βασιλείας.[3] Εξαιρούμε βέβαια και την περίοδο του 19ου αιώνα διότι τότε υπήρξε ασφυκτικό μοναρχικό πολίτευμα με ελάχιστο δημοκρατικό πασπάλισμα.[4] Όπως εξαιρούμε και τις τραγελαφικές κυβερνήσεις των αρχών του 20ου αιώνα μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με τα δικτατορικά καθεστώτα αλλά και τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα του Ελευθέριου Βενιζέλου.[5] Ο ασφυκτικός έλεγχος στην ύπαιθρο, οι εκκαθαρίσεις και η καταπίεση στις μειονότητες, οι διώξεις, οι εκτοπίσεις και οι εξορίες αντιφρονούντων αλλά και οι επαναλαμβανόμενες όσο και διαρκείς οικονομικές κρίσεις μάλλον παραπέμπουν περισσότερο σε μια εξαιρετικά βάναυση ειρήνη (για να δανειστούμε μια πετυχημένη έκφραση του Μαζάουερ) παρά σε μια ομαλή δημοκρατική μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας.

Έπειτα συμπληρώνει τον παραπάνω συλλογισμό του: “Εντέλει, δεν περνάς από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο, ούτε φτάνεις να είσαι μέσα στις τριάντα πιο πλούσιες χώρες του κόσμου μέσω απάτης και κοροϊδίας.” Δεν θα εξετάσουμε εδώ το γεγονός για το αν είμαστε πράγματι μέσα στις τριάντα πλουσιότερες χώρες με την κρίση του χρέους (της Ευρώπης; της υφηλίου;), το υπόρρητο εδώ είναι πως ο Έλληνας τα καταφέρνει διότι είναι “μάγκας”. Ουδέν ψευδέστερο. Η Ελλάδα κατάφερε να ανορθωθεί και να επιβιώνει μέσα από περίπλοκες διαδικασίες που συνεργεί απόλυτα την εξωτερική παρέμβαση: η σύγχρονη Ελλάδα έπρεπε να υπάρξει – όπως αργότερα και τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη – διότι το αργοσαπισμένο πτώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν πια διαχειρίσιμο σε ευρύτερα γεωπολιτικά πλαίσια.

Στη συνέχεια, “η πορεία αυτή έχει πολλά και σύνθετα αίτια. Κατά τη γνώμη μου όμως, το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν η επιτυχής επιλογή ισχυρών συμμαχιών, αφού μια μικρή χώρα δεν μπορεί να σταθεί μόνη της. […] Αντίθετα, οι μεγάλες εθνικές τραγωδίες ήρθαν ως επιστέγασμα της εγκατάλειψης των συμμαχιών αυτών: τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής ή της διχοτόμησης της Κύπρου.” Στην περίπτωση της Μικρασιατικής Καταστροφής γνωρίζουμε πλέον πάρα πολλά πράγματα εδώ και πολύ καιρό, πως αυτή επήλθε κυρίως από την εδαφική πλεονεξία και τα στρατηγικά λάθη – που οδήγησαν στη θλιβερή δίκη των Έξι – και παράλληλα από το χάσιμο του ελέγχου των Μεγάλων Δυνάμεων επάνω στην αποθρασυμένη πλέον ελληνική ηγεσία.[6] Αλλά και η τραγωδία της Κύπρου βγάζει μάτι: βαφτίζει “εγκατάλειψη συμμαχιών” τη διχαστική δράση του Γρίβα και τις ΕΟΚΑ, τα πραξικοπήματα κατά του Μακάριου και την, εντέλει, εγκληματική πολιτική της χούντας που οδήγησε στον Αττίλα. Φταίνε οι άλλοι, όχι εμείς. Το γνωστό “πατριωτικό” ρητορικό κόλπο που πετάει τη μπάλα στην εξέδρα, κάπου εκεί θα γυροφέρνει και ο συνήθης ύποπτος Κίσινγκερ. Κι ακόμα περιμένουμε το πλήρες άνοιγμα του φακέλου της Κύπρου…

Εδώ τώρα τα μπερδεύει πολύ, “η επιλογή συμμαχιών είναι συνάρτηση της ποιότητας των πολιτικών ηγεσιών. Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή (αλλά και του Ιωάννη Μεταξά!), υπήρξε ως προς αυτό καταλυτική. Αν εξετάσει κανείς την πολιτεία τους, θα διαπιστώσει πως πολλές φορές εξεβίασαν καταστάσεις, σπρώχνοντας την Ελλάδα στα όριά της ή και λίγο πιο πέρα απ’ αυτά, συχνά χωρίς να διαθέτουν την υποστήριξη της πλειοψηφίας του λαού.” Η διατύπωση της σκέψης του φαίνεται κατανοητή στο μέσο αναγνώστη αλλά στην ουσία είναι απλοϊκά ύπουλη. Πέρα από την εξομοίωση του Βενιζέλου και του Καραμανλή – και παρακάτω του Σημίτη – με τον Μεταξά, το πρόβλημα που ανακύπτει είναι πως βγάζει ένα έμμεσο πόρισμα πως οι Έλληνες ηγέτες επέλεξαν τις “σωστές” συμμαχίες κόντρα στις επιλογές του λαού τους ακριβώς διότι ήταν οι “σωστές” κατ’ αυτούς επειδή το συμφέρον του έθνους ήταν πάνω από αυτούς. Οπότε δεν διστάζει να απονείμει τα θετικά εύσημα στον Μεταξά (φροντίζοντας να τον “υποβαθμίσει” σε παρένθεση αλλά τελικά με αυτό τον τρόπο υπερτονίζει τυπογραφικά το ρόλο του) λόγω της ελληνοβρετανικής προσέγγισης και  συγκρίνοντάς τον ανεδαφικά με τον επεκτατισμό του Βενιζέλου. Μόνο που κι εδώ η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. Είναι εμφανές πως ακολουθεί τις απόψεις του ιστορικού Ιωάννη Κολιόπουλου στο βιβλίο Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ‘40, ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, που προσεγγίζει, κάπως μονοδιάστατα είναι η αλήθεια, μέσα από τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις την εξωτερική πολιτική της 4ης Αυγούστου (επίσης ένα ομότιτλο και εξαιρετικό βιβλίο του Σπύρου Λιναρδάτου). Γενικά ο Κολιόπουλος είναι πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του αλλά δεν κρύβει εντελώς πως αποδέχεται τον ωφελιμιστικό χαρακτήρα της ελληνοβρετανικής συμμαχίας, που όμως οδήγησε στα καταστροφικά Δεκεμβριανά του ‘44 και στον επερχόμενο εμφύλιο. Η παγίδα βρίσκεται εδώ: δεν ήταν η Ελλάδα που έκανε τις σωστές επιλογές αλλά πιέστηκε από τον βρετανικό παράγοντα να προσδεθεί στο άρμα του. Αυτή είναι η εξήγηση που ο γερμανόφιλος Μεταξάς κατέληξε ως αγγλόφιλος διότι προφανώς καταλάβαινε από νωρίς, και λόγω της δεδηλωμένης αγγλόφιλης πολιτικής του εντολοδόχου βασιλιά Γεωργίου Α’, προς τα που φύσαγε ο άνεμος. Κοινώς, συμφέροντα ακολουθούσε και εξυπηρετούσε κι όχι καθοδηγούμενος από κάποιο υψηλό πολιτικό ένστικτο. Πρέπει να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο πως το μυθικό ΟΧΙ υπαγορεύτηκε από την αγγλική πολιτική εξαιτίας της πολύχρονης προβληματικής διπλωματίας με την Ιταλία του Μουσολίνι. [7]

Έπειτα, η αναφορά στους δύο Βαλκανικούς πολέμους είναι πολλαπλά άστοχη. Διότι στον πρώτο είχαμε συμμαχία Ελλάδας – Σερβίας – Βουλγαρίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στον δεύτερο τη συμμαχία Ελλάδας – Σερβίας εναντίον της Βουλγαρίας όταν η τελευταία προέβαλλε επιθετικές εδαφικές αξιώσεις σε βάρος των άλλων δύο νέων χωρών. Από την άλλη, η Σερβία ποτέ δεν ήταν σταθερή σύμμαχος μας, άλλος μύθος κι αυτός η διαχρονική ελληνοσερβική συμμαχία, προέβαλλε κι αυτή πολλές αξιώσεις εκμεταλλευόμενη το σλαβόφωνο στοιχείο της Μακεδονίας, παρέα με τη Ρουμανία μερικές φορές λόγω του βλαχόφωνου πληθυσμού, με τελικό αποτέλεσμα πως όταν δημιουργήθηκε η Γιουγκοσλαβία, το διευθυντήριο του τιτοϊκού Βελιγραδίου να δημιουργεί, σε αγαστή σύμπνοια με το δικό μας ΥΠΕΞ,  πολλά προσκόμματα ανάλογα με τον εκατέρωθεν πολιτικό καιροσκοπισμό. Η πρόσφατη “συμμαχία” μας με τον εθνικιστή εγκληματία Μιλόσεβιτς καλό θα είναι να ειδωθεί – και να το αποδεχτούμε επιτέλους – ως ένα δυσάρεστο όσο και ανεπανόρθωτα ντροπιαστικό ανέκδοτο, που κόστισε πολλές δεκάδες χιλιάδες ζωές στο όνομα της “ορθόδοξης χριστιανικής αλληλεγγύης”. Κι επιπλέον, αν η Σερβία των αρχών του 20ου αιώνα είχε περισσότερο διασφαλισμένα τα εδάφη της και την πολιτικοστρατιωτική ισχύ της ενισχυμένη, δεν θα είχε απολύτως κανένα ενδοιασμό να προσαρτήσει τα εδάφη της Μακεδονίας και να καταλάβει την περιπόθητη Θεσσαλονίκη.[8]

Είναι περισσότερο φανερό από πριν πως εδώ η αντίληψη του Στάθη Καλύβα ορίζεται από καθαρά εθνικιστικά κριτήρια. Οι ανακρίβειες, οι ακροβασίες και οι στρεψοδικίες του άρθρου του, σε περίβλεπτη θέση σε μια ακραία νεοφιλελεύθερη εφημερίδα με στοιχεία ολοκληρωτισμού, καταδεικνύουν ένα σκέλος από μια οργανωμένη εκστρατεία επανατοποθέτησης της νεοελληνικής ταυτότητας στις αντιλήψεις των δεκαετιών του ’50 και του ‘60 μέσα στα νέα πλαίσια που φέρνει η σημερινή πολιτική και ιδεολογική κρίση. Το δηλώνει έμμεσα με το δήθεν καταφατικό ρητορικό ερώτημα στον τίτλο του άρθρου: “Επιστροφή στο παρελθόν;” Ουσιαστικά ο Στάθης Καλύβας είναι ένας από τους άφθονους εκπροσώπους ενός νέου ρεύματος που εμφορείται από το πνεύμα του Εθνικού Διχασμού, ακόμα κι όταν δεν το επιδιώκουν εκούσια. Αντί να τον κρίνουν και να τον προσπεράσουν, αναδημιουργούν και προλειαίνουν εκ νέου τις συνθήκες των αρχών του 20ού αιώνα. Δεν είναι τόσο παράδοξη αυτή η τακτική, η παγκόσμια οικονομική κρίση φέρνει στο προσκήνιο την εσωτερική ανασφάλεια για το μέλλον μιας χώρας. Πολύ συχνά, μια νομισματική κρίση μετακυλίεται σε κρίση εθνικής ταυτότητας και κυριαρχίας. Η δημαγωγία τρυπώνει εύκολα στις συνειδήσεις και κατασκευάζει απλά και εύπεπτα συνθήματα για να τις χειραγωγήσει.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η αυτάρεσκη δήλωση του Αδόλφου Χίτλερ προς τον καγκελάριο Μπρύνινγκ, όταν αυτός ήταν ακόμα αρχηγός του NSPD στο Ράιχσταγκ, “η θεμελιώδης θέση της δημοκρατίας είναι: όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό.” [9] Δεν την ορίζει, λοιπόν, μόνο το ελληνικό σύνταγμα…

Αλλά επειδή εδώ τώρα προκύπτουν κι άλλα ζητήματα, που ξεφεύγουν από τα όρια του παρόντος κειμένου, θα συνεχίσουμε στο επόμενο.

Σημειώσεις

[1] Μαρκ Μαζάουερ, Μετά τον Πόλεμο, εκδ. Αλεξάνδρεια. Ο πλήρης τίτλος του Στ. Καλύβα, Κόκκινη Τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή. Αντιγράφω από τη σελ 161 για να καταδείξω τις προθέσεις του συγγραφέα: “η κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς το 1974 διέγραψε όλες τις αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία. Πράγματι, η πρόσφατη επιστημονική ιστορική έρευνα τείνει να παραβλέπει, να ελαχιστοποιεί ή να εξωραΐζει την αριστερή τρομοκρατία.”

[2] Βασ. Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους, εκδ Εικοστού Πρώτου, σελ 14-15.

[3] Να σημειώσω εδώ πως τα ογκώδη έργα του Σόλωνα Ν. Γρηγοριάδη, του Σπύρου Λιναρδάτου αλλά και του Σπύρου Μαρκεζίνη είναι αποκαλυπτικά για το πόσο “ειρηνική” και “δημοκρατική” υπήρξε αυτή η περίοδος. Ο Ηλίας Πετρόπουλος θεωρούσε μάλιστα πως η περίοδος Καραμανλή και του Παλατιού ήταν χειρότερη κι από τον Εμφύλιο (η δήλωση παρατίθεται από τον Ιό της “Ε”).

[4] Εξαιρετικά διαφωτιστικός είναι ο Νίκος Αλιβιζάτος στο πρόσφατο βιβλίο του Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του, εκδ Πόλις. Στην εισαγωγή (σελ 21), για τον 19ο αιώνα, παρατηρεί πως οι προεστοί χρησιμοποιούσαν το Σύνταγμα για να επανέλθουν με “δημοκρατικά μέσα” στην εξουσία. Παρακάτω, στη σελ 97: “Από τις επτά κοινοβουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν κατά την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας (1844, 1847, 1850, 1853, 1856, 1859 και 1860), μόνον τις πρώτες έχασε η κυβέρνηση που τις διεξήγαγε […]. Σε αυτό συνέτειναν πολλοί παράγοντες, από τους οποίου ξεχώριζαν οι κάθε είδους πιέσεις που ασκούνταν εις βάρος των εκλογέων, είτε απ’ ευθείας μέσω του κρατικού μηχανισμού -του στρατού προπάντων, και της χωροφυλακής- είτε εμμέσως, μέσω της ληστείας, που ανθούσε εκείνα τα χρόνια στην ελληνική ύπαιθρο και την οποία υπέθαλπαν διάφοροι τοπικοί παράγοντες, αποβλέποντας σε οφέλη.”

[5] “Σε αυτές τις περιόδους, για μεγάλα διαστήματα, οι παρεκβάσεις από την κοινοβουλευτική κανονικότητα ήταν πολλές, και οι αλλοιώσεις του Συντάγματος ακόμη περισσότερες.” Αλιβιζάτος οπ. σελ 20.

[6] Το αποκαλυπτικό βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου Πόλεμος και Εθνοκάθαρση, εκδ Βιβλιόραμα, παραθέτει σημαντικές πρωτογενείς όσο και αποσιωπημένες πηγές, τις αυτοβιογραφίες στρατιωτών του μικρασιατικού μετώπου και άγνωστα κυβερνητικά ντοκουμέντα για να καταδείξει τη φαυλότητα της βίας. Μας δίνει την εξής χαρακτηριστική πληροφορία για το πως αντιμετώπιζε η ελληνική πολιτική και στρατιωτική σκηνή τους Έλληνες Μικρασιάτες, ο διαβόητος ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη Αριστείδης Στεργιάδης, διορισμένος από τον Βενιζέλο, δηλώνει λίγο πριν την ολοσχερή καταστροφή, σελ 138: “Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα”! Η εξήγηση βέβαια είναι πως ουσιαστικά διατάχτηκε από την κυβέρνηση του Δημ. Ράλλη “να μην δημιουργήσει προσφυγικό ζήτημα” προ της επερχόμενης καταστροφής για να παραμείνουν τα ερείσματα των ελληνικών συμφερόντων. Πολλές όσο και πικρές αναφορές για τον Στεργιάδη κάνει και ο Τζον Χόρτον στη Μάστιγα της Ασίας.

[7] Είναι χαρακτηριστικό πως ο Ι. Κολιόπουλος αποφεύγει να πάρει θέση για τα πραγματικά συμβάντα  γύρω από το ΟΧΙ διότι, όπως γράφει ο ίδιος, δεν ανήκει στη θεματολογία του βιβλίου του! Μια πολύ κομψή κίνηση από μέρους του…

[8] Το βιβλίο της Λένας Διβάνη Ελλάδα και Μειονότητες, εκδ Καστανιώτη, παραθέτει άφθονα τεκμήρια για τις διπλωματικές διελκυστίνδες μεταξύ των βαλκανικών χωρών χάρη στην πολιτική εκμετάλλευση των μειονοτήτων τους. Από την άλλη, οι Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες του Γιώργου Μαργαρίτη, εκδ Βιβλιόραμα, ξεκαθαρίζουν πολύ καλά το θολό τοπίο γύρω από την υπόθεση των Τσάμηδων αποκαλύπτοντας μια από τις πιο σκοτεινές και ηθελημένα ξεχασμένες σελίδες της βαλκανικής ιστορίας.

[9] Μαρκ Μαζάουερ, Σκοτεινή Ήπειρος, εκδ Αλεξάνδρεια, σελ 44.

Advertisements