Τα γεροντικά πείσματα δεν προάγουν την πολιτική

Η Θεσσαλονίκη είναι μια εξαιρετικά επιβαρυμένη πόλη από την ιστορία, την ιδεοληψία και τη σημειολογία. Περισσότερο και από την Αθήνα διότι αποτελεί την επιτομή για το χτίσιμο του νέου επεκταμένου ελληνικού κράτους στον εικοστό αιώνα. Πληθυσμοί προστέθηκαν, αναδιανεμήθηκαν ή εξοντώθηκαν ριζικά, οι παλιές οικιστικές φυσιογνωμίες άλλαξαν άρδην και σβήστηκαν εντελώς ενώ η πολιτιστική ταυτότητα της πόλης απέκτησε πλέον ένα μονοσήμαντο χαρακτήρα εξοντώνοντας ανηλεώς κάθε άλλη ποικιλομορφία. Η Θεσσαλονίκη σήμερα είναι μια φτωχή πόλη τόσο πολιτιστικά όσο και κοινωνικά. Μια προσφυγούπολη που θέλει να ξεχάσει σταδιακά το δέος της προσφυγιάς για να αναβαπτιστεί σε ένα παραληρηματικό ιδεώδες τοπικής συνέχειας.

Βέβαια τα τραύματα του παρελθόντος είναι πολύ βαθιά και η δυσκολία στο να ιαθούν οφείλεται περισσότερο σε ένα μετατραυματικό στρες που στέκεται ακόμα αμήχανο απέναντι στην ιστορία του. Αυτά δεν λαμβάνει υπόψη του ο Μίκης Θεοδωράκης, που ιστορική του διαδρομή στα πολιτικά πράγματα είναι πολυπλόκαμη όσο και δαιδαλώδης, θα έπρεπε να είχε την αυτογνωσία να μην δημιουργεί προσωπικά ερείσματα ασύμβατα με την παρούσα αυτοεκπληρούμενη ιδιότητά του ως ένας υπερκομματικός μεσσίας της ύστερης μεταπολιτευτικής εποχής.

Σαφώς οι πολιτικές θέσεις του Μίκη Θεοδωράκη είναι έντονα συζητήσιμες όσο και αμφιλεγόμενες μέσα στη διαχρονική τους διαδρομή. Υπάρχουν μερικά προτερήματα αλλά τα ελαττώματα προβάλλουν απειλητικά τόσο προς την υστεροφημία του όσο και στο κοινωνικό αποτύπωμα. Η έξυπνη συνθηματολογική ιαχή Καραμανλής ή τανκς παράδωσε στην θέση του σε ένα ασαφές εγωκεντρικό Μίκης ή Μνημόνιο που επανακαθορίζει – άθελά του προφανώς – μια αναβίωση του παλαιοκομματισμού έναντι στο αίτημα για την πλήρη απάλειψή του. Κακά τα ψέμματα, ο Μίκης Θεοδωράκης σκέφτεται ακόμη παλαιοκομματικά. Ενώ πρεσβεύει την πολιτική υπέρβαση ταυτόχρονα έχει βρει ένα νέο επικοινωνιακό Ανένδοτο στο πρόσωπο ενός δημάρχου.

Η διαμάχη μεταξύ Μπουτάρη και Θεοδωράκη ίσως να μην φαίνεται τόσο αθώα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ συγκρούονται δύο γεροντικά πείσματα αλλά δεν είναι έτσι ακριβώς. Η πρόκληση σαφώς είναι μονόπλευρη κι έχει καθαρά επικοινωνιακό χαρακτήρα. Ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης προσέφερε αιτιολογημένα καθαρές εναλλακτικές λύσεις, δύο άλλες πλατείες εκτός της Αριστοτέλους, αλλά η άρνηση του υπερκομματικού μεσσία απέκτησε αίφνης την αξιακή υποδαύλιση των σκοτεινότερων εποχών της Θεσσαλονίκης. Η δολοφονία Λαμπράκη δεν μπορεί να τίθεται σαν μέτρο σύγκρισης όπως διαφάνηκε ύπουλα – εν κρυπτώ και παραβύστω – από τις αμετροέπειες περί αντίστασης.

Η επιλογή της Θεσσαλονίκης – και ειδικά της πλατείας Αριστοτέλους – δεν ήταν τυχαία. Μια επικοινωνιακή λαίλαπα ακολούθησε στα λεγόμενα «πατριωτικά» μπλογκ. Το αποκορύφωμα αυτής της ασύδοτης προπαγάνδας βγήκε στο άρθρο κάποιου Γεωργίου Μαλούχου στο ΒΗΜΑ, με τίτλο «Ο κ. Μπουτάρης βλάπτει σοβαρά τη Δημοκρατία«! Κι όλα αυτά για μια εξαιρετικά επιβαρυμένη πλατεία από εμπορικές επιχειρήσεις και ξεπερασμένες ιδεοληψίες που μόνο κακό επέφεραν με το μικροπολιτικαντισμό και τη λαμογιά των προηγούμενων διαχειριστών της εξουσίας στην πολύπαθη προσφυγούπολη.

Η ηλικία του Μίκη Θεοδωράκη ίσως συγχωρεί τη φιλαυτία του, χαρακτηριστικό πολλών επιφανών που πλησιάζουν τη δύση του βίου τους, αλλά δεν δικαιολογεί αυτό τον εσμό των αυλοκολάκων που τον περιστοιχίζει. Δεν δικαιολογεί επίσης τη μεγάλη του καλλιτεχνική αξία, εξάλλου πάρα πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες ήταν εξαιρετικά αντιπαθείς τόσο στη προσωπική τους ζωή όσο και στις πολιτικές απόψεις. Αλλά τους θυμόμαστε και τους τιμάμε για το μέγιστο καλλιτεχνικό έργο που προσέφεραν.

Η πλατεία Αριστοτέλους δεν είναι φυσικά μια ιερή αγελάδα. Αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να είναι η κλωτσοπατινάδα του κάθε πικραμένου. Οι αιτιάσεις του κ. Μπουτάρη είναι λογικές αν και χάνει κι αυτός αρκετά το δίκιο του με την υπερπροβολή του θέματος. Δεν φταίει λοιπόν η πλατεία Αριστοτέλους αλλά αυτοί που την εκμεταλλεύονται ιδεοληπτικά. Περισσότερο ο ανένδοτος Μίκης, πολύ λιγότερο ο Μπουτάρης που δίκαια έθεσε κάποια όρια στον μικροπολιτικαντισμό.

Δεν υπάρχουν ιεροί τόποι λοιπόν. Αλλά αυτοκρατορικές συμπεριφορές.

Advertisements

Του ματατζή ο κώλος είναι φινιστρίνι

Η φωτογραφία αλιεύτηκε από το Facebook. Μου αρέσει και η ειρωνεία της πινακίδας στο φόντο: «Ομόνοια».

Η χυδαιότητα είναι πολιτική στάση; (by ANemos)

*«Ολα είναι!» Ακόμη κι όταν καμουφλάρεται ως παρατεταμένη εφηβεία χαρωπού παιδοβούβαλου!

*«Ναι, αλλά οι τηλεθεατές επιβραβεύουν τη χυδαιότητα με τα μηχανάκια της AGB», μπορεί να αντιτείνει κάποιος. Λάθος! Ακόμη κι αν παραβλέψουμε όλες τις άλλες παραμέτρους (αξιοπιστία της AGB, συνολική μείωση της τηλεθέασης κ.λ.π.), δεν μετρήσαμε ποτέ σε βάθος, για να γνωρίζουμε τι ακριβώς επιβραβεύει το κοινό.

*Εχει γράψει ο Πάσχος Μανδραβέλης (στην «Απογευματινή») αναφερόμενος στα τηλεοπτικά πράγματα.

*Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και στα δικτυακά πράγματα. Η χυδαιότητα, ο ψευτοπαλικαρισμός, ο πατερναλισμός, η μαγκιά-κλανιά, η σπίλωση προσώπων, το «εγώ θα λέω ό,τι γουστάρω για όποιον γουστάρω και λογαριασμό δεν δίνω» μέσα από ένα δήθεν άνετο, δήθεν χαλαρό, δήθεν ροκ στιλάκι είναι συστατικά στοιχεία ενός στην ουσία ακροδεξιού προφίλ.

*Το προφίλ ενός cyber-Γκοτζαμάνη που «άμα λάχει» σου τραβάει και μια ροπαλιά από το τρίκυκλο-μπλογκάκι του και σε αφήνει ξερό στην άσφαλτο.

*Η χυδαιότητα που διογκώνεται, γίνεται παραληρηματική όσο ο άλλος δεν απαντά, δεν πρόκειται να απαντήσει, προσπερνά…

*Ο Μπούλης (bully) επιζητεί τον τσαμπουκά· εξοργίζεται όταν του γυρνάς την πλάτη, πράγμα όχι και τόσο σοφό διότι υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να σε μαχαιρώσει πισώπλατα…

*Βεβαίως υπάρχει και η χυδαιότητα-άποψη (που μόνο χυδαιότητα δεν είναι κι ας λένε): «Ποσώς με ενδιαφέρει αν λένε ότι τα ρούχα που σχεδιάζω είναι χυδαία. Εγώ λατρεύω τη χυδαιότητα. Η χυδαιότητα είναι ζωή, το καλό γούστο είναι θάνατος» είχε δηλώσει το 1967 σε συνέντευξη που παραχώρησε στη βρετανική εφημερίδα «The Guardian» η γνωστή ως «εφευρέτρια του μίνι» Μαίρη Κουάντ.

*Αυτή όμως αφορά τους δημιουργικούς ανθρώπους.

*Οχι τα παιδοβούβαλα…

*«Ημουν πάντα έτοιμη να φύγω. Είχα σπουδάσει τη φυγή, όπως είχα σπουδάσει τη χυδαιότητα… Εψαχνα τη χυδαιότητα και την έβρισκα. Φώλιαζε στα λόγια και τα συρτάρια, μαζί με τα σημάδια της προδοσίας. Η μόνη αξιοπρέπεια ήταν να γερνάς μόνος σου, ν’ ανακαλύπτεις τον κόσμο στο νερό, να ξυπνάς και να μη βλέπεις παρά το δικό σου πρόσωπο. Ολα τα πρόσωπα ήταν φορεία, ήταν τοπία που άλλαζαν καιρό …ήταν φορεία. Ετσι, ταξίδευα. Κι όταν δεν ταξίδευα, ταξίδευα. Οταν ρωτούσαν, έλεγα, να, έτσι έγιναν οι άνθρωποι μετά το ροκ ‘ν’ ρολ, έτσι έγιναν …φταίει που άκουσαν απαγορευμένους ήχους, φταίει που έπεσαν στο χάος για να το γεμίσουν» γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου.

*Και βέβαια ο χυδαίος διεκδικεί (αν και άφιλος) φιλίες…

*Στην πραγματικότητα αναζητά την αγέλη. Οταν είναι μόνος αισθάνεται ανασφάλεια. Μόλις την αποκτήσει, σπεύδει να πουλήσει νταβατζιλίκι.

*-Η αρχομανία είναι κι αυτή μια έκφανση της χυδαιότητάς του-

*Ιδέα δεν έχει πώς…

«Μόνο η μάχη φέρνει

ευτυχία στη γη

και για να γεννηθεί η φιλία

χρειάζεται η κάπνα του μπαρουτιού!

Κι οι φίλοι γίνονται μόνο σε τρεις περιπτώσεις:

Οταν είναι αδέρφια στη δυστυχία,

όταν είναι ίσοι μπροστά στους εχθρούς,

όταν είναι ελεύθεροι μπροστά στο θάνατο!»

Φρ. Νίτσε, Ευγένεια και Χυδαιότητα

*Και πώς την αντιμετωπίζεις αυτήν την (εντέλει ακροδεξιού τύπου) χυδαιότητα;

*(Αυτό είναι το τελευταίο ποστ ενός μπλόγκερ από τη Θεσσαλονίκη, του Anemos, που είναι και δημοσιογράφος σε εφημερίδα της συμπρωτεύουσας. Θίγει ένα πολύ σημαντικό ζήτημα που έχει γεννηθεί στη λεγόμενη μπλογκόσφαιρα και θα μεγαλώνει συνεχώς, όσο το ρίγος του καινοφανούς μέσου κάνει πολλούς να μην αναγνωρίζουν πάνω σε ορισμένους μπλόγκερς τη χυδαιότητα του τυπικού, αιώνιου Ελληνάρα. The same old story. Η αθλιότητα δεν είναι διαφορετική είτε τη γράφεις με το χέρι είτε τη χτυπάς στο λαπτοπάκι σου!)

by ANemos, και για την αντιγραφή Στάθης Τσαγκαρουσιάνος.

Σχετικά με τα σχόλια

Θα παρατηρήσατε ότι εδώ και δυο σχεδόν βδομάδες το μπλογκ ήταν σε φάση moderation εξαιτίας ενός επίμονου τρολαρίσματος. Δεν ήταν μόνο ο τύπος που βομβάρδισε το ποστ για τον Γλέζο, επανήλθαν τα γνωστά στους παλιούς μανταλενοφαντάσματα αλλά μου έκανε την τιμή και ο Τσολοχίδης του Jungle Report! Τιμή μου…

Λοιπόν. Αφενός τις προάλλες έλειπα στο Μέτσοβο (ναι, πήγα κι από τα Γιάννενα Βιολόγε, τι βρωμόπολη!) κι αφετέρου είχαν μαζευτεί πολλά σχόλια τα οποία ήθελα να ξεκαθαρίσω και να εκπαιδεύσω τη μαύρη λίστα του Discussion στον πίνακα ελέγχου της WordPress. Κάτι που έκανα εχτές και έτσι σήμερα ελευθέρωσα όλα τα υπόλοιπα. Σας ευχαριστώ για τα σχόλια αλλά συγχωρήστε μου την καθυστέρηση, είχα τεχνικούς λόγους όσο και περιορισμένο χρόνο.

Το μόνο που θα πω για τη μαύρη λίστα είναι πως όποιες ΙΡ ανήκουν στην δεκάδα του 60, πχ τύπου 62.10.κλπ, θα τρώνε αυτομάτως πόρτα. Αν παρ’ ελπίδα κάποιος γνωστός μου σχολιαστής μπλοκαριστεί χρησιμοποιώντας τις ΙΡ από τη δεκάδα του 60, θα του συνιστούσα να μην το παρακάνει με το TOR αν δεν έχει να φοβηθεί από μένα.

Επίσης, σε αντίθεση με την κρατούσα αντίληψη, η ελληνική μπλογκόσφαιρα είναι μικρό χωριό. Τόσο μικρό που όποιος όσο κι αν προσπαθεί να «μασκαρευτεί» αφήνει ξεκάθαρο αποτύπωμα της ταυτότητάς του. Αυτά προς τα μανταλενοφαντάσματα και λοιπούς ξυπνιτζήδες. Μην παίζετε μαζί μου για να μην παίξω με σας.

Από δω και πέρα ο σχολιασμός έχει ανοίξει.

Αλλά, ξαναλέω.

Οι πονηρούληδες μην παίζετε μαζί μου. Αλλιώς…

______________________

Ο Νταλάρας δεν βρίσκεται στο Παρίσι

Θα το ξέρετε το ανέκδοτο. Ένας μανιώδης συλλέκτης οποιουδήποτε αντικειμένου σχετικά με τον Λένιν μαθαίνει πως υπάρχει ένας πίνακας με τίτλο «ο Λένιν στο Παρίσι». Κινεί γη και ουρανό για να τον  βρει και στο τέλος τον ανακαλύπτει ένας βοηθός του και του τον παρουσιάζει. Δείχνει ένα ερωτικό ζευγάρι στο κρεβάτι. Ποιοί είναι αυτοί, ρωτάει. Η γυναίκα του Λένιν με έναν άγνωστο άντρα, του απαντάει ο βοηθός. Και που είναι ο Λένιν; Στο Παρίσι!

Θυμήθηκα αυτό το ανέκδοτο όταν είδα την παρακάτω φωτογραφία σε ένα πολύ καλό κείμενο του Βασίλη Μπόνιου. Ο Μίμης Ανδρουλάκης και ο Γιώργος Νταλάρας συζητάνε περιχαρείς για τον καινούριο πίνακα του Λένιν.

_________________________________