Ο Στάθης Καλύβας τα κάνει (για μια ακόμη φορά) μαντάρα

Ο Στάθης Καλύβας δεν χρειάζεται συστάσεις, είναι πλέον γνωστός για τον αντιδραστικό τρόπο που εξετάζει την περίοδο του Εμφύλιου και την πυκνή αρθρογραφία του στις εφημερίδες, κυρίως στην Καθημερινή ως βασικός αρθρογράφος. Πρόσφατα, έγραψε ένα άρθρο στο οποίο ο προσεκτικός αναγνώστης, που έχει γνώσεις της ιστορίας πέρα από τις φόρμες των σχολικών εγχειρίδιων, θα διαπιστώσει πως τέτοιου είδους παρεμβάσεις συμβάλλουν επικουρικά στη καλλιέργεια και στον έλεγχο μιας νέας πολιτικής συνείδησης που θα υπαγορεύεται από τον απολογιτισμό σκοτεινών εποχών.

Το άρθρο έχει τίτλο Επιστροφή στο παρελθόν;

Κατηγορεί έναν Αμερικανό αρθρογράφο, πως “ο Roger Cohen, ένας από τους σοβαρότερους αρθρογράφους των New York Times, αναπαράγει σε πρόσφατο άρθρο του ένα στερεοτυπικό ιστορικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο η ιστορία της Ελλάδας δεν είναι παρά μια διαδοχή καταστροφών: πόλεμοι, εθνοτικές εκκαθαρίσεις, δικτατορικά καθεστώτα και ένας εμφύλιος που τις συνέπειές του υφιστάμεθα έως σήμερα” και καταλήγει ο Στ. Καλύβας, πως “το αφήγημα της Ψωροκώσταινας πάσχει όσο και το αντίστοιχο της ισχυρής Ελλάδας. Και τα δύο γενικεύουν αποκλειστικά από το παρόν, ενώ απλοποιούν ασύστολα την ιστορία.” Η ιστορική σύνοψη του Roger Cohen δεν ενέχει κάποια παρατυπία ώστε να του προσάψει κανείς μια μεροληπτική αντιμετώπιση της νεοελληνικής ιστορίας. Εξάλλου, πρόσφατα ο Μαρκ Μαζάουερ έγραψε άρθρο στους Financial Times όπου κι αυτός ακολουθεί σχεδόν την ίδια γραμμή σε πιο ευρύτερα ιστορικοπολιτικά πλαίσια, αλλά πάντως καταγράφει κι αυτός διάδοχες καταστροφές για τις οποίες διαμαρτύρεται ο Στ. Καλύβας σε άλλες συνθήκες. Ίσως όμως να μην μπορεί να τον κατηγορήσει κι αυτόν ο Στ. Καλύβας καθώς μάς συστήθηκε στο πολυσυζητημένο δοκίμιο του Κόκκινη Τρομοκρατία στο πολύ σημαντικό συλλογικό έργο του Μαζάουερ Μετά τον Πόλεμο.[1] Κι ακόμα παραπέρα, κατηγορήθηκε πολλάκις,  όχι άδικα τις πιο πολλές φορές, πως ισοπεδώνεται σε ένα στερεοτυπικό ιστορικό αφήγημα αφού είναι έκδηλα απολογητής της Λευκής Τρομοκρατίας. Το δοκίμιο του είναι όντως ενδιαφέρον μα τα πορίσματα είναι αυτά που αμφισβητούνται έντονα επειδή γενικεύουν αποκλειστικά από το παρόν, ενώ απλοποιούν ασύστολα την ιστορία.

Στη συνέχεια γράφει το εκπληκτικό, πως “η Ελλάδα ήταν μία από τις πρώτες αποικίες που έφτιαξε εθνικό κράτος”!! Αν έγραφε για την Κύπρο θα ήταν ολόσωστος αλλά εδώ φανερώνει μια σύγχυση – ή μήπως πρόκειται για ακριτομυθία; Η Ελλάδα ήταν αποικία επί τουρκοκρατίας κι όχι τμήμα μιας πολυεθνικής αυτοκρατορίας και ακόμη ευρισκόμενη σε συνθήκες προτεκτοράτου επί Μεγάλων Δυνάμεων το 19ο αιώνα; Του ξέφυγε η παραδοχή πως, μετά το 1827, τελικά ήμασταν σχεδόν αγγλική αποικία λόγω του Κάνιγκ και του έχουμε άγαλμα στην ομώνυμη πλατεία, όπως τα λέει σκωπτικά ο Βασίλης Ραφαηλίδης στο γνωστό μπεστ σέλερ του;[2]

Παρακάτω θεωρεί πως “παρά τα όσα γράφονται σήμερα, η Ελλάδα έζησε κυρίως σε καθεστώς ειρήνης και δημοκρατίας και όχι κάτω από εμπόλεμες ή δικτατορικές συνθήκες.” Αν εννοεί ειρήνη και δημοκρατία και τις εξαιρετικά προβληματικές εποχές της συγκυβέρνησης Παλατιού και ΕΡΕ, που οδήγησαν στις εκλογές βίας και νοθείας το 1961 μέχρι την επταετή χούντα, τότε έχουμε ένα πρόβλημα αντίληψης και ερμηνείας από μέρους του Στ. Καλύβα. Γιατί μπορούμε να πούμε με σχετική ασφάλεια πως η μόνη περίοδος που υπήρξε μια δημοκρατία χωρίς προφανείς παρεκτροπές είναι η Μεταπολίτευση, που χάρη στη χούντα ξεφορτώθηκε λυτρωτικά την τυραννία της βασιλείας.[3] Εξαιρούμε βέβαια και την περίοδο του 19ου αιώνα διότι τότε υπήρξε ασφυκτικό μοναρχικό πολίτευμα με ελάχιστο δημοκρατικό πασπάλισμα.[4] Όπως εξαιρούμε και τις τραγελαφικές κυβερνήσεις των αρχών του 20ου αιώνα μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, με τα δικτατορικά καθεστώτα αλλά και τα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα του Ελευθέριου Βενιζέλου.[5] Ο ασφυκτικός έλεγχος στην ύπαιθρο, οι εκκαθαρίσεις και η καταπίεση στις μειονότητες, οι διώξεις, οι εκτοπίσεις και οι εξορίες αντιφρονούντων αλλά και οι επαναλαμβανόμενες όσο και διαρκείς οικονομικές κρίσεις μάλλον παραπέμπουν περισσότερο σε μια εξαιρετικά βάναυση ειρήνη (για να δανειστούμε μια πετυχημένη έκφραση του Μαζάουερ) παρά σε μια ομαλή δημοκρατική μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας.

Έπειτα συμπληρώνει τον παραπάνω συλλογισμό του: “Εντέλει, δεν περνάς από τον τρίτο στον πρώτο κόσμο, ούτε φτάνεις να είσαι μέσα στις τριάντα πιο πλούσιες χώρες του κόσμου μέσω απάτης και κοροϊδίας.” Δεν θα εξετάσουμε εδώ το γεγονός για το αν είμαστε πράγματι μέσα στις τριάντα πλουσιότερες χώρες με την κρίση του χρέους (της Ευρώπης; της υφηλίου;), το υπόρρητο εδώ είναι πως ο Έλληνας τα καταφέρνει διότι είναι “μάγκας”. Ουδέν ψευδέστερο. Η Ελλάδα κατάφερε να ανορθωθεί και να επιβιώνει μέσα από περίπλοκες διαδικασίες που συνεργεί απόλυτα την εξωτερική παρέμβαση: η σύγχρονη Ελλάδα έπρεπε να υπάρξει – όπως αργότερα και τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη – διότι το αργοσαπισμένο πτώμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν ήταν πια διαχειρίσιμο σε ευρύτερα γεωπολιτικά πλαίσια.

Στη συνέχεια, “η πορεία αυτή έχει πολλά και σύνθετα αίτια. Κατά τη γνώμη μου όμως, το πιο σημαντικό απ’ όλα ήταν η επιτυχής επιλογή ισχυρών συμμαχιών, αφού μια μικρή χώρα δεν μπορεί να σταθεί μόνη της. […] Αντίθετα, οι μεγάλες εθνικές τραγωδίες ήρθαν ως επιστέγασμα της εγκατάλειψης των συμμαχιών αυτών: τέτοιες ήταν οι περιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής ή της διχοτόμησης της Κύπρου.” Στην περίπτωση της Μικρασιατικής Καταστροφής γνωρίζουμε πλέον πάρα πολλά πράγματα εδώ και πολύ καιρό, πως αυτή επήλθε κυρίως από την εδαφική πλεονεξία και τα στρατηγικά λάθη – που οδήγησαν στη θλιβερή δίκη των Έξι – και παράλληλα από το χάσιμο του ελέγχου των Μεγάλων Δυνάμεων επάνω στην αποθρασυμένη πλέον ελληνική ηγεσία.[6] Αλλά και η τραγωδία της Κύπρου βγάζει μάτι: βαφτίζει “εγκατάλειψη συμμαχιών” τη διχαστική δράση του Γρίβα και τις ΕΟΚΑ, τα πραξικοπήματα κατά του Μακάριου και την, εντέλει, εγκληματική πολιτική της χούντας που οδήγησε στον Αττίλα. Φταίνε οι άλλοι, όχι εμείς. Το γνωστό “πατριωτικό” ρητορικό κόλπο που πετάει τη μπάλα στην εξέδρα, κάπου εκεί θα γυροφέρνει και ο συνήθης ύποπτος Κίσινγκερ. Κι ακόμα περιμένουμε το πλήρες άνοιγμα του φακέλου της Κύπρου…

Εδώ τώρα τα μπερδεύει πολύ, “η επιλογή συμμαχιών είναι συνάρτηση της ποιότητας των πολιτικών ηγεσιών. Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή (αλλά και του Ιωάννη Μεταξά!), υπήρξε ως προς αυτό καταλυτική. Αν εξετάσει κανείς την πολιτεία τους, θα διαπιστώσει πως πολλές φορές εξεβίασαν καταστάσεις, σπρώχνοντας την Ελλάδα στα όριά της ή και λίγο πιο πέρα απ’ αυτά, συχνά χωρίς να διαθέτουν την υποστήριξη της πλειοψηφίας του λαού.” Η διατύπωση της σκέψης του φαίνεται κατανοητή στο μέσο αναγνώστη αλλά στην ουσία είναι απλοϊκά ύπουλη. Πέρα από την εξομοίωση του Βενιζέλου και του Καραμανλή – και παρακάτω του Σημίτη – με τον Μεταξά, το πρόβλημα που ανακύπτει είναι πως βγάζει ένα έμμεσο πόρισμα πως οι Έλληνες ηγέτες επέλεξαν τις “σωστές” συμμαχίες κόντρα στις επιλογές του λαού τους ακριβώς διότι ήταν οι “σωστές” κατ’ αυτούς επειδή το συμφέρον του έθνους ήταν πάνω από αυτούς. Οπότε δεν διστάζει να απονείμει τα θετικά εύσημα στον Μεταξά (φροντίζοντας να τον “υποβαθμίσει” σε παρένθεση αλλά τελικά με αυτό τον τρόπο υπερτονίζει τυπογραφικά το ρόλο του) λόγω της ελληνοβρετανικής προσέγγισης και  συγκρίνοντάς τον ανεδαφικά με τον επεκτατισμό του Βενιζέλου. Μόνο που κι εδώ η αλήθεια είναι αρκετά διαφορετική. Είναι εμφανές πως ακολουθεί τις απόψεις του ιστορικού Ιωάννη Κολιόπουλου στο βιβλίο Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ‘40, ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, που προσεγγίζει, κάπως μονοδιάστατα είναι η αλήθεια, μέσα από τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις την εξωτερική πολιτική της 4ης Αυγούστου (επίσης ένα ομότιτλο και εξαιρετικό βιβλίο του Σπύρου Λιναρδάτου). Γενικά ο Κολιόπουλος είναι πολύ προσεκτικός στις διατυπώσεις του αλλά δεν κρύβει εντελώς πως αποδέχεται τον ωφελιμιστικό χαρακτήρα της ελληνοβρετανικής συμμαχίας, που όμως οδήγησε στα καταστροφικά Δεκεμβριανά του ‘44 και στον επερχόμενο εμφύλιο. Η παγίδα βρίσκεται εδώ: δεν ήταν η Ελλάδα που έκανε τις σωστές επιλογές αλλά πιέστηκε από τον βρετανικό παράγοντα να προσδεθεί στο άρμα του. Αυτή είναι η εξήγηση που ο γερμανόφιλος Μεταξάς κατέληξε ως αγγλόφιλος διότι προφανώς καταλάβαινε από νωρίς, και λόγω της δεδηλωμένης αγγλόφιλης πολιτικής του εντολοδόχου βασιλιά Γεωργίου Α’, προς τα που φύσαγε ο άνεμος. Κοινώς, συμφέροντα ακολουθούσε και εξυπηρετούσε κι όχι καθοδηγούμενος από κάποιο υψηλό πολιτικό ένστικτο. Πρέπει να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο πως το μυθικό ΟΧΙ υπαγορεύτηκε από την αγγλική πολιτική εξαιτίας της πολύχρονης προβληματικής διπλωματίας με την Ιταλία του Μουσολίνι. [7]

Έπειτα, η αναφορά στους δύο Βαλκανικούς πολέμους είναι πολλαπλά άστοχη. Διότι στον πρώτο είχαμε συμμαχία Ελλάδας – Σερβίας – Βουλγαρίας εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στον δεύτερο τη συμμαχία Ελλάδας – Σερβίας εναντίον της Βουλγαρίας όταν η τελευταία προέβαλλε επιθετικές εδαφικές αξιώσεις σε βάρος των άλλων δύο νέων χωρών. Από την άλλη, η Σερβία ποτέ δεν ήταν σταθερή σύμμαχος μας, άλλος μύθος κι αυτός η διαχρονική ελληνοσερβική συμμαχία, προέβαλλε κι αυτή πολλές αξιώσεις εκμεταλλευόμενη το σλαβόφωνο στοιχείο της Μακεδονίας, παρέα με τη Ρουμανία μερικές φορές λόγω του βλαχόφωνου πληθυσμού, με τελικό αποτέλεσμα πως όταν δημιουργήθηκε η Γιουγκοσλαβία, το διευθυντήριο του τιτοϊκού Βελιγραδίου να δημιουργεί, σε αγαστή σύμπνοια με το δικό μας ΥΠΕΞ,  πολλά προσκόμματα ανάλογα με τον εκατέρωθεν πολιτικό καιροσκοπισμό. Η πρόσφατη “συμμαχία” μας με τον εθνικιστή εγκληματία Μιλόσεβιτς καλό θα είναι να ειδωθεί – και να το αποδεχτούμε επιτέλους – ως ένα δυσάρεστο όσο και ανεπανόρθωτα ντροπιαστικό ανέκδοτο, που κόστισε πολλές δεκάδες χιλιάδες ζωές στο όνομα της “ορθόδοξης χριστιανικής αλληλεγγύης”. Κι επιπλέον, αν η Σερβία των αρχών του 20ου αιώνα είχε περισσότερο διασφαλισμένα τα εδάφη της και την πολιτικοστρατιωτική ισχύ της ενισχυμένη, δεν θα είχε απολύτως κανένα ενδοιασμό να προσαρτήσει τα εδάφη της Μακεδονίας και να καταλάβει την περιπόθητη Θεσσαλονίκη.[8]

Είναι περισσότερο φανερό από πριν πως εδώ η αντίληψη του Στάθη Καλύβα ορίζεται από καθαρά εθνικιστικά κριτήρια. Οι ανακρίβειες, οι ακροβασίες και οι στρεψοδικίες του άρθρου του, σε περίβλεπτη θέση σε μια ακραία νεοφιλελεύθερη εφημερίδα με στοιχεία ολοκληρωτισμού, καταδεικνύουν ένα σκέλος από μια οργανωμένη εκστρατεία επανατοποθέτησης της νεοελληνικής ταυτότητας στις αντιλήψεις των δεκαετιών του ’50 και του ‘60 μέσα στα νέα πλαίσια που φέρνει η σημερινή πολιτική και ιδεολογική κρίση. Το δηλώνει έμμεσα με το δήθεν καταφατικό ρητορικό ερώτημα στον τίτλο του άρθρου: “Επιστροφή στο παρελθόν;” Ουσιαστικά ο Στάθης Καλύβας είναι ένας από τους άφθονους εκπροσώπους ενός νέου ρεύματος που εμφορείται από το πνεύμα του Εθνικού Διχασμού, ακόμα κι όταν δεν το επιδιώκουν εκούσια. Αντί να τον κρίνουν και να τον προσπεράσουν, αναδημιουργούν και προλειαίνουν εκ νέου τις συνθήκες των αρχών του 20ού αιώνα. Δεν είναι τόσο παράδοξη αυτή η τακτική, η παγκόσμια οικονομική κρίση φέρνει στο προσκήνιο την εσωτερική ανασφάλεια για το μέλλον μιας χώρας. Πολύ συχνά, μια νομισματική κρίση μετακυλίεται σε κρίση εθνικής ταυτότητας και κυριαρχίας. Η δημαγωγία τρυπώνει εύκολα στις συνειδήσεις και κατασκευάζει απλά και εύπεπτα συνθήματα για να τις χειραγωγήσει.

Είναι πολύ χαρακτηριστική η αυτάρεσκη δήλωση του Αδόλφου Χίτλερ προς τον καγκελάριο Μπρύνινγκ, όταν αυτός ήταν ακόμα αρχηγός του NSPD στο Ράιχσταγκ, “η θεμελιώδης θέση της δημοκρατίας είναι: όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό.” [9] Δεν την ορίζει, λοιπόν, μόνο το ελληνικό σύνταγμα…

Αλλά επειδή εδώ τώρα προκύπτουν κι άλλα ζητήματα, που ξεφεύγουν από τα όρια του παρόντος κειμένου, θα συνεχίσουμε στο επόμενο.

Σημειώσεις

[1] Μαρκ Μαζάουερ, Μετά τον Πόλεμο, εκδ. Αλεξάνδρεια. Ο πλήρης τίτλος του Στ. Καλύβα, Κόκκινη Τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή. Αντιγράφω από τη σελ 161 για να καταδείξω τις προθέσεις του συγγραφέα: “η κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς το 1974 διέγραψε όλες τις αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία. Πράγματι, η πρόσφατη επιστημονική ιστορική έρευνα τείνει να παραβλέπει, να ελαχιστοποιεί ή να εξωραΐζει την αριστερή τρομοκρατία.”

[2] Βασ. Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού Κράτους, εκδ Εικοστού Πρώτου, σελ 14-15.

[3] Να σημειώσω εδώ πως τα ογκώδη έργα του Σόλωνα Ν. Γρηγοριάδη, του Σπύρου Λιναρδάτου αλλά και του Σπύρου Μαρκεζίνη είναι αποκαλυπτικά για το πόσο “ειρηνική” και “δημοκρατική” υπήρξε αυτή η περίοδος. Ο Ηλίας Πετρόπουλος θεωρούσε μάλιστα πως η περίοδος Καραμανλή και του Παλατιού ήταν χειρότερη κι από τον Εμφύλιο (η δήλωση παρατίθεται από τον Ιό της “Ε”).

[4] Εξαιρετικά διαφωτιστικός είναι ο Νίκος Αλιβιζάτος στο πρόσφατο βιβλίο του Το Σύνταγμα και οι Εχθροί του, εκδ Πόλις. Στην εισαγωγή (σελ 21), για τον 19ο αιώνα, παρατηρεί πως οι προεστοί χρησιμοποιούσαν το Σύνταγμα για να επανέλθουν με “δημοκρατικά μέσα” στην εξουσία. Παρακάτω, στη σελ 97: “Από τις επτά κοινοβουλευτικές εκλογές που διεξήχθησαν κατά την περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας (1844, 1847, 1850, 1853, 1856, 1859 και 1860), μόνον τις πρώτες έχασε η κυβέρνηση που τις διεξήγαγε […]. Σε αυτό συνέτειναν πολλοί παράγοντες, από τους οποίου ξεχώριζαν οι κάθε είδους πιέσεις που ασκούνταν εις βάρος των εκλογέων, είτε απ’ ευθείας μέσω του κρατικού μηχανισμού -του στρατού προπάντων, και της χωροφυλακής- είτε εμμέσως, μέσω της ληστείας, που ανθούσε εκείνα τα χρόνια στην ελληνική ύπαιθρο και την οποία υπέθαλπαν διάφοροι τοπικοί παράγοντες, αποβλέποντας σε οφέλη.”

[5] “Σε αυτές τις περιόδους, για μεγάλα διαστήματα, οι παρεκβάσεις από την κοινοβουλευτική κανονικότητα ήταν πολλές, και οι αλλοιώσεις του Συντάγματος ακόμη περισσότερες.” Αλιβιζάτος οπ. σελ 20.

[6] Το αποκαλυπτικό βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου Πόλεμος και Εθνοκάθαρση, εκδ Βιβλιόραμα, παραθέτει σημαντικές πρωτογενείς όσο και αποσιωπημένες πηγές, τις αυτοβιογραφίες στρατιωτών του μικρασιατικού μετώπου και άγνωστα κυβερνητικά ντοκουμέντα για να καταδείξει τη φαυλότητα της βίας. Μας δίνει την εξής χαρακτηριστική πληροφορία για το πως αντιμετώπιζε η ελληνική πολιτική και στρατιωτική σκηνή τους Έλληνες Μικρασιάτες, ο διαβόητος ύπατος αρμοστής της Ελλάδας στη Σμύρνη Αριστείδης Στεργιάδης, διορισμένος από τον Βενιζέλο, δηλώνει λίγο πριν την ολοσχερή καταστροφή, σελ 138: “Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα”! Η εξήγηση βέβαια είναι πως ουσιαστικά διατάχτηκε από την κυβέρνηση του Δημ. Ράλλη “να μην δημιουργήσει προσφυγικό ζήτημα” προ της επερχόμενης καταστροφής για να παραμείνουν τα ερείσματα των ελληνικών συμφερόντων. Πολλές όσο και πικρές αναφορές για τον Στεργιάδη κάνει και ο Τζον Χόρτον στη Μάστιγα της Ασίας.

[7] Είναι χαρακτηριστικό πως ο Ι. Κολιόπουλος αποφεύγει να πάρει θέση για τα πραγματικά συμβάντα  γύρω από το ΟΧΙ διότι, όπως γράφει ο ίδιος, δεν ανήκει στη θεματολογία του βιβλίου του! Μια πολύ κομψή κίνηση από μέρους του…

[8] Το βιβλίο της Λένας Διβάνη Ελλάδα και Μειονότητες, εκδ Καστανιώτη, παραθέτει άφθονα τεκμήρια για τις διπλωματικές διελκυστίνδες μεταξύ των βαλκανικών χωρών χάρη στην πολιτική εκμετάλλευση των μειονοτήτων τους. Από την άλλη, οι Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες του Γιώργου Μαργαρίτη, εκδ Βιβλιόραμα, ξεκαθαρίζουν πολύ καλά το θολό τοπίο γύρω από την υπόθεση των Τσάμηδων αποκαλύπτοντας μια από τις πιο σκοτεινές και ηθελημένα ξεχασμένες σελίδες της βαλκανικής ιστορίας.

[9] Μαρκ Μαζάουερ, Σκοτεινή Ήπειρος, εκδ Αλεξάνδρεια, σελ 44.

Τα γεροντικά πείσματα δεν προάγουν την πολιτική

Η Θεσσαλονίκη είναι μια εξαιρετικά επιβαρυμένη πόλη από την ιστορία, την ιδεοληψία και τη σημειολογία. Περισσότερο και από την Αθήνα διότι αποτελεί την επιτομή για το χτίσιμο του νέου επεκταμένου ελληνικού κράτους στον εικοστό αιώνα. Πληθυσμοί προστέθηκαν, αναδιανεμήθηκαν ή εξοντώθηκαν ριζικά, οι παλιές οικιστικές φυσιογνωμίες άλλαξαν άρδην και σβήστηκαν εντελώς ενώ η πολιτιστική ταυτότητα της πόλης απέκτησε πλέον ένα μονοσήμαντο χαρακτήρα εξοντώνοντας ανηλεώς κάθε άλλη ποικιλομορφία. Η Θεσσαλονίκη σήμερα είναι μια φτωχή πόλη τόσο πολιτιστικά όσο και κοινωνικά. Μια προσφυγούπολη που θέλει να ξεχάσει σταδιακά το δέος της προσφυγιάς για να αναβαπτιστεί σε ένα παραληρηματικό ιδεώδες τοπικής συνέχειας.

Βέβαια τα τραύματα του παρελθόντος είναι πολύ βαθιά και η δυσκολία στο να ιαθούν οφείλεται περισσότερο σε ένα μετατραυματικό στρες που στέκεται ακόμα αμήχανο απέναντι στην ιστορία του. Αυτά δεν λαμβάνει υπόψη του ο Μίκης Θεοδωράκης, που ιστορική του διαδρομή στα πολιτικά πράγματα είναι πολυπλόκαμη όσο και δαιδαλώδης, θα έπρεπε να είχε την αυτογνωσία να μην δημιουργεί προσωπικά ερείσματα ασύμβατα με την παρούσα αυτοεκπληρούμενη ιδιότητά του ως ένας υπερκομματικός μεσσίας της ύστερης μεταπολιτευτικής εποχής.

Σαφώς οι πολιτικές θέσεις του Μίκη Θεοδωράκη είναι έντονα συζητήσιμες όσο και αμφιλεγόμενες μέσα στη διαχρονική τους διαδρομή. Υπάρχουν μερικά προτερήματα αλλά τα ελαττώματα προβάλλουν απειλητικά τόσο προς την υστεροφημία του όσο και στο κοινωνικό αποτύπωμα. Η έξυπνη συνθηματολογική ιαχή Καραμανλής ή τανκς παράδωσε στην θέση του σε ένα ασαφές εγωκεντρικό Μίκης ή Μνημόνιο που επανακαθορίζει – άθελά του προφανώς – μια αναβίωση του παλαιοκομματισμού έναντι στο αίτημα για την πλήρη απάλειψή του. Κακά τα ψέμματα, ο Μίκης Θεοδωράκης σκέφτεται ακόμη παλαιοκομματικά. Ενώ πρεσβεύει την πολιτική υπέρβαση ταυτόχρονα έχει βρει ένα νέο επικοινωνιακό Ανένδοτο στο πρόσωπο ενός δημάρχου.

Η διαμάχη μεταξύ Μπουτάρη και Θεοδωράκη ίσως να μην φαίνεται τόσο αθώα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι εδώ συγκρούονται δύο γεροντικά πείσματα αλλά δεν είναι έτσι ακριβώς. Η πρόκληση σαφώς είναι μονόπλευρη κι έχει καθαρά επικοινωνιακό χαρακτήρα. Ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης προσέφερε αιτιολογημένα καθαρές εναλλακτικές λύσεις, δύο άλλες πλατείες εκτός της Αριστοτέλους, αλλά η άρνηση του υπερκομματικού μεσσία απέκτησε αίφνης την αξιακή υποδαύλιση των σκοτεινότερων εποχών της Θεσσαλονίκης. Η δολοφονία Λαμπράκη δεν μπορεί να τίθεται σαν μέτρο σύγκρισης όπως διαφάνηκε ύπουλα – εν κρυπτώ και παραβύστω – από τις αμετροέπειες περί αντίστασης.

Η επιλογή της Θεσσαλονίκης – και ειδικά της πλατείας Αριστοτέλους – δεν ήταν τυχαία. Μια επικοινωνιακή λαίλαπα ακολούθησε στα λεγόμενα «πατριωτικά» μπλογκ. Το αποκορύφωμα αυτής της ασύδοτης προπαγάνδας βγήκε στο άρθρο κάποιου Γεωργίου Μαλούχου στο ΒΗΜΑ, με τίτλο «Ο κ. Μπουτάρης βλάπτει σοβαρά τη Δημοκρατία«! Κι όλα αυτά για μια εξαιρετικά επιβαρυμένη πλατεία από εμπορικές επιχειρήσεις και ξεπερασμένες ιδεοληψίες που μόνο κακό επέφεραν με το μικροπολιτικαντισμό και τη λαμογιά των προηγούμενων διαχειριστών της εξουσίας στην πολύπαθη προσφυγούπολη.

Η ηλικία του Μίκη Θεοδωράκη ίσως συγχωρεί τη φιλαυτία του, χαρακτηριστικό πολλών επιφανών που πλησιάζουν τη δύση του βίου τους, αλλά δεν δικαιολογεί αυτό τον εσμό των αυλοκολάκων που τον περιστοιχίζει. Δεν δικαιολογεί επίσης τη μεγάλη του καλλιτεχνική αξία, εξάλλου πάρα πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες ήταν εξαιρετικά αντιπαθείς τόσο στη προσωπική τους ζωή όσο και στις πολιτικές απόψεις. Αλλά τους θυμόμαστε και τους τιμάμε για το μέγιστο καλλιτεχνικό έργο που προσέφεραν.

Η πλατεία Αριστοτέλους δεν είναι φυσικά μια ιερή αγελάδα. Αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να είναι η κλωτσοπατινάδα του κάθε πικραμένου. Οι αιτιάσεις του κ. Μπουτάρη είναι λογικές αν και χάνει κι αυτός αρκετά το δίκιο του με την υπερπροβολή του θέματος. Δεν φταίει λοιπόν η πλατεία Αριστοτέλους αλλά αυτοί που την εκμεταλλεύονται ιδεοληπτικά. Περισσότερο ο ανένδοτος Μίκης, πολύ λιγότερο ο Μπουτάρης που δίκαια έθεσε κάποια όρια στον μικροπολιτικαντισμό.

Δεν υπάρχουν ιεροί τόποι λοιπόν. Αλλά αυτοκρατορικές συμπεριφορές.

Η πάσχουσα κυρίαρχη αφήγηση ξαναχτυπά

Εν αρχή ην ο Πάσχων Λόγος:

και ο Λόγος ην προς το Θεόν:

και Θεός ην ο Λόγος:

[YT]celyhv_P79Y[/YT]

Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν.
Πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ό γέγονεν.

Το δομικό στοιχείο της κυρίαρχης αφήγησης πρέπει να είναι πάντα ο αφορισμός ως κατασκευή συντομευμένων όσο και ρηχών εννοιών. Ένας πετυχημένος αφορισμός πρέπει να υπακούει σε ένα κανόνα συμμετρίας που αποτελείται από τη θέση και την αντίθεση – και για την κυρίαρχη αφήγηση να παράγει αρνητικό πρόσημο ανάλογα με το σκοπό και το στόχο.

 

Die Tägliche – 2

Ωστόσο, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το κενό μιας δημοσίας τάξεως για όλους τους πολίτες έχει ήδη αρχίσει να καλύπτεται στις μαύρες περιοχές των Αθηνών από τους ακτιβιστές της «Χρυσής Αυγής» κατά τον τρόπο τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Πραγματικά δεν είναι αστείο.

Λίγα λόγια για το Debtocracy και το νεοφιλελευθεράτο

Πολύ μεγάλη συζήτηση άνοιξε το πολυαναμενόμενο Debtocracy μετά την καθυστερημένη προβολή του και φαίνεται πως θα αφήσει για πολύ καιρό το αποτύπωμά του. Δεν θα επαναλάβω επιχειρήματα και λεπτομέρειες που έχουν γράψει άλλοι μπλόγκερ, θα δώσω και ορισμένες παραπομπές, αλλά θέλω να επισημάνω ορισμένα σημεία.

1. Η πολιτική τοποθέτηση της Χρεοκρατίας

Θεωρώ τις κατηγορίες εναντίον των συντελεστών περί προπαγάνδας και πολιτικής στράτευσης κακοηθέστατες. Ειδικά όταν προέρχονται από τους κατεξοχήν πολιτικά στρατευμένους και μάστορες της προπαγάνδας. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η αντίδραση του νεο(και-μπλε)φιλελευθεράτου που σε πολλές περιπτώσεις εστιάζει την κριτική της στην πολιτική κατεύθυνση του ντοκιμαντέρ. Μα αν οι ίδιοι οι νεοφιλελεύθεροι δεν είναι στρατευμένοι τότε τι είναι; Ας κάνουν κι αυτοί λοιπόν ένα έρανο κι ας φτιάξουν το δικό τους ντοκιμαντέρ. Ποιός τους εμποδίζει;

Από την άλλη, το γεγονός πως η Χρεοκρατία έχει όντως πολιτική άποψη αυτό δεν μειώνει καθόλου την αξία της γιατί η πολιτική θέση είναι αυτή που κινεί τη συζήτηση για την οικονομία προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Για να μην πούμε για την εφαρμογή της. Δεν κατανοώ πως αυτό θεωρείται μειονέκτημα στο βαθμό που η οικονομία ουδέποτε ήταν απολίτικη ως στάση και ως πράξη. Η άλλη κατηγορία περί της απουσίας της αντίθετης άποψης είναι κι αυτή έωλη. Όπως παρατηρεί πολύ λογικά ο ChrisGram, “η κριτική στο Debtocracy με το επιχείρημα ότι δεν δείχνει και την «άλλη» άποψη είναι αστεία: Εδώ και ένα χρόνο ΟΛΑ τα τηλεοπτικά μέσα προμοτάρουν μνημόνιο και δεν είδα σε καμία εκπομπή των ΦΑΚΕΛΩΝ ή της ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ή στο δελτίο του MEGA και του ΣΚΑΙ να φιγουράρει η αντίθετη άποψη. Παντού παρουσιάζεται ως μονόδρομος το μνημόνιο με τους δημοσιογράφους να είναι βασιλικώτεροι του βασιλέως στην υπεράσπιση των κυβερνητικών επιλογών. Ένας δημοσιογράφος βρέθηκε να κάνει μια εκπομπή με αριστερούς (εν τη ευρεία έννοια) συμμετέχοντες και θα τον εγκαλέσουμε γιατί δεν ρώτησε και τον κ. Μανδραβέλη ή τον κ. Μάνο? Μην τρελλαθούμε τώρα!”.
Γι αυτό, όπως ξαναλέω, ας κάνουν το δικό τους διαδικτυακό ντοκιμαντέρ, από τηλεοπτική προπαγάνδα χορτάσαμε. Κάθε απόπειρα να χτυπηθούν οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ για τις πολιτικές τους πεποιθήσεις παραπέμπει σε αντιδημοκρατικές εποχές. 

2. Τι καινούριο έφερε η Χρεοκρατία

Η αλήθεια είναι πως λίγα πράγματα πρόσθεσε σε σχέση με άλλες ανάλογες προσπάθειες του εξωτερικού. Αλλά κι αυτά τα λίγα τροφοδότησαν με μπόλικο υλικό τη συζήτηση όπως η ιδέα για την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου αλλά κυρίως μια έννοια που περισσότεροι αγνοούσαμε, την “άρνηση του χρέους”. Η Χρεοκρατία είναι προφανέστατα το πρώτο ντοκιμαντέρ του είδους που υλοποιήθηκε με ιδιωτικά (εθελοντικά κατά βάση) κεφάλαια και αυτό υπερβαίνει τους στόχους της. Είναι ένα υπόδειγμα για το πως (κι αν) θα κινηθούν ανάλογες απόπειρες στο μέλλον. Είναι μια κίνηση που φανερώνει την επιθυμία των πολιτών για διαφορετική και εναλλακτική ενημέρωση από τη στοχευμένη προπαγάνδα των κυρίαρχων ΜΜΕ. Και το κυριότερο: υπήρξαν άνθρωποι πρόθυμοι να πληρώσουν για ένα εγχείρημα που δεν γνώριζε κανείς από πριν το περιεχόμενό του, δεν είδα κανέναν, προς το παρόν, να έχει δηλώσει πως έχει μετανιώσει που έδωσε τα χρήματά του. Αρκεί που το διαδίκτυο έδειξε πόση μεγάλη δύναμη μπορεί να έχει, γι αυτό είναι προφανές ποιους και για ποιο λόγο ενόχλησε τόσο σφόδρα…

3. Οι αντιθέσεις της Χρεοκρατίας

Δεν θέλω να κάνω λεπτομερή σχολιασμό γιατί υπάρχουν αρκετά σημεία που υπερβαίνουν τις γνώσεις μου αλλά να δείξω ορισμένα που με ενόχλησαν. Ενώ την πρώτη φορά δεν το είχα προσέξει ιδιαίτερα, με τη δεύτερη θέαση κάτι δεν μου πήγαινε καλά στο θέμα του Ισημερινού. Ότι ήταν άγνωστο θέμα για το ευρύτερο κοινό, ακόμα και στο ελληνικό διαδίκτυο. Πώς μας είχε ξεφύγει τέτοιο κελεπούρι; Δεν συμμερίζομαι τη συνωμοσία της σιωπής που παρουσίαζε το ντοκιμαντέρ για την “άρνηση του χρέους” αλλά με λίγο προσεκτικό ψάξιμο θα διαπιστώσει κανείς πως ο Κορέα δεν είναι ακριβώς όπως τον παρουσίασε ο Χατζηστεφάνου. Τα βρήκε και τα μάζεψε ο μπλόγκερ gatouleas, διαβάστε τον εδώ. Αλλά στην ιστοσελίδα της Χρεοκρατίας αναρτήθηκε ήδη ο αντίλογος με τη μορφή FAQ για όλους όσους -και δεν ήταν λίγοι και από τα αριστερά- που έκαναν κριτική σε αυτό το σημείο. Επιφυλάσσομαι πάντως γιατί δεν έχω πειστεί από τη χρησιμότητα του παραδείγματος του Ισημερινού και τις εκατέρωθεν αντεγκλήσεις.

Το δεύτερο σημείο που με δυσαρέστησε αρκετά ήταν η παρουσία του γαλλοαιγύπτιου οικονομολόγου Σαμίρ Αμίν. Δεν πρόσφερε τίποτα το ουσιαστικό πέρα από το αναμάσημα του να φύγουμε από το ευρώ και να φέρουμε πίσω τη δραχμή. Άλλο βέβαια αν το πω εγώ αυτό κι άλλο αν το πει ένας διακεκριμένος οικονομολόγος. Τόσο διακεκριμένος που δεν βλέπω να παρατήρησε κανείς πως τον Σαμίρ Αμίν τον συνέδεε φιλία και επαγγελματική σχέση με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ήταν από τους πρώτους που τον συνέδραμαν αμέσως μετά την εκλογική νίκη του 1981. Νομίζω ότι η αναφορά στη οικονομική πορεία της Ελλάδας στη μετέπειτα δεκαετία καθίσταται περιττή για να την επεκτείνω εδώ. Πολύ πετυχημένη η συνεισφορά του Σαμίρ Αμίν στην ελληνική οικονομία αν μη τι άλλο… (διαβάστε εδώ)

4. Χρέος ή/και Έλλειμμα;

Ένα άλλο σημείο που δέχτηκε κριτική, και σωστά το επισήμανε ακόμα και το νεο(και-μπλε)φιλελευθεράτο, ήταν η πλήρης απουσία αναφοράς στο έλλειμμα. Μου φάνηκε πολύ περίεργη, μια εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι ότι λόγω ανεπάρκειας χρόνου και προετοιμασίας της παραγωγής δεν είχε χώρο να αναφερθεί σε αυτό. Όμως, το έλλειμμα είναι ισότιμο θέμα με το χρέος και δεν είναι τυχαίο που και ο μαρξιστής οικονομολόγος Richard Wolff, που τον γνωρίσαμε από το γνωστό βίντεο του Jungle Report, το θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό. Βέβαια, το αστείο είναι πως το νεο(και-μπλε)φιλελευθεράτο, με την σκληρή κριτική που έκανε και σε αυτό το θέμα, ουσιαστικά δικαιώνει τώρα τον μαρξιστή Wolff! Έχουν πολύ πλάκα αυτοί…

5. Μπορεί ο καθένας να μιλάει για την Οικονομία;

Σαφέστατα όχι, με την έννοια να μην κάνουμε κατάχρηση στην επίκληση της αυθεντίας. Μπορούμε να συζητάμε και να επιχειρηματολογούμε αλλά παρατηρώ στο διαδικτυακό διάλογο πως ακόμα και (αυτόκλητοι) ειδικοί πέφτουν σε κενά και αντιφάσεις. Επίσης, ένας χαρακτηρισμός που διάβασα για τον Λαπαβίτσα από “ειδικό”, πως είναι “τριτοκλασάτος οικονομολόγος”, δείχνει το επίπεδο της συζήτησης. Ωραία, είναι τριτοκλασάτος και σκασίλα μας. Έχει κανείς να του αντιτείνει επιχειρήματα; Πολύ λίγοι ή σχεδόν κανένας απ’ ό,τι είδα μέχρι τώρα. Πράγμα που δείχνει πως παρ’ όλες τις ατέλειες η Χρεοκρατία πέτυχε απόλυτα τους στόχους της, να συνταράξει την καθεστηκυία των (υποτιθέμενων) αυθεντιών χωρίς το ίδιο το ντοκιμαντέρ να είναι επιστημονικό. Ο χαρακτηρισμός “το ελληνικό Zeitgeist” που του απονεμήθηκε περισσότερο το τιμά παρά το μειώνει.

Αυτά τα θέματα αναλύει ένα ενδιαφέρον άρθρο του Αριστείδη Χατζή, κάνει πολύ σκληρή κριτική τόσο στα φαινόμενα των “ειδικών”, μερικές φορές γίνεται όντως άδικος (πχ τσουβαλιάζει τον πολύ Μάικλ Μουρ με την …Ναόμι Κλάιν) αλλά η ουσία είναι να μην πέφτουμε εύκολα στην παγίδα της αυθεντίας. Γιατί εκατέρωθεν παράγονται απόλυτες θέσεις κι όχι απόψεις που συνεισφέρουν στην κατανόηση των προβλημάτων. Θα μπορούσα να σας πω κι εγώ τις δικές μου απόψεις αλλά καθίστε πρώτα να πάρω το πτυχίο του οικονομολόγου γιατί βλέπω σε διάφορες γωνιές να ακονίζονται τα μαχαίρια.
__________
Μερικά άλλα ποστ ατάκτως ερριμμένα:
LOLGreece και κριτική στο Buzz
όσο για το μπλεφιλελευθεράτο, το ξέρετε εσείς.

Η πάσχουσα κυρίαρχη αφήγηση

Τις προάλλες είχα μια συζήτηση με μια φίλη σχετικά με την απέχθεια μου για έναν εθνικιστή ιστορικό συγγραφέα και κατά πόσο θα άξιζε να τον λαμβάνω ισόποσα με ένα τεκμηριωμένο λόγο απαλλαγμένο από την πόλωση της “επίσημης” ιστορίας. Η κουβέντα γρήγορα κατέληξε στον τρόπο που λειτουργεί ο μηχανισμός της κυρίαρχης αφήγησης, με την ιστορική αλήθεια και την διερεύνησή της από τον αναγνώστη και τον ερευνητή να βρίσκει τις προφανείς δυσκολίες και εμπόδια ακόμα και στην αντίπαλη πλευρά της αφήγησης. Όμως καταλαβαίνουμε γρήγορα, γιατί αυτό είναι το θέμα του παρόντος κειμένου, το μοντέλο της κυρίαρχης αφήγησης είναι κατά πολύ πιο διευρυμένο σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές εκφάνσεις έτσι ώστε το μοτίβο αυτού του ελέγχου βρίσκει πολλές εφαρμογές στη δημόσια σφαίρα χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πάντοτε τη σοβαρότητα της κατάστασης.

Η ατζέντα ενός εκπροσώπου της κυρίαρχης αφήγησης καθορίζεται από την πολιτική πόλωση και την συλλογική ευθύνη ως υπόλογη σε ένα αυταρχικό θεσμικό πλαίσιο. Όταν πχ ο επίμονος συνθηματολογικός αντιαριστερισμός μπορεί να παράγει ενδιαφέροντα διάλογο από τις έντονες αντικρούσεις, συνεισφέροντας στην παραγωγή θέσεων και απόψεων, τα θεσμικά πλαίσια δεν δέχονται αυτό το διάλογο· εξ ορισμού ο θεσμός καθιερώνεται από την τυποποίηση του κανόνα και την απαρέγκλιτη εφαρμογή του. Γι αυτό εκεί δεν μπορεί να γίνει συζήτηση, υπάρχει μόνο η άτεγκτη απόρριψη τόσο του διαφορετικού όσο και της εναλλακτικής ερμηνείας. Επάνω σε αυτή τη βάση εδράζεται η κυρίαρχη αφήγηση επινοώντας συχνά πλαστές αιτιάσεις για να δικαιολογήσει τις υπερβάσεις της.

Συγκεκριμένα, ο αφιονισμένος αντιαριστερισμός της κυρίαρχης αφήγησης, επικαλείται ένα φαντασιακό θεσμικό πλαίσιο που αποτελείται από συντονισμένες λαθροχειρίες: η συχνή επίκληση προς τη νομιμότητα παραποιεί τις βασικές συστάσεις και τις εντολές της σύγχρονης κοινωνικοπολιτικής πραγματογνωμοσύνης, που ορίζει σχετικά ευσύνοπτα τα πλαίσια της κινητικότητας των ιδεών και των πράξεων μέσα σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, σχετικοποιεί νέους κανόνες που αποτελούνται από διασταλτικές ερμηνείες των υπαρχόντων πλαισίων. Ο σύγχρονος αντιαριστερισμός δεν φυραίνει από την φθαρμένη επανάληψη των ξεπερασμένων μετεμφυλιακών συνδρόμων αλλά επανακαθορίζει τα νέα σημεία αναφοράς ανανεώνοντας την πολεμική του. Κι αυτό το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο αταβισμός της κυρίαρχης αφήγησης. Εμφανίζει κρυμμένες ιδιότητες, που είτε βρίσκονται εν υπνώσει μέσα από αργές διεργασίες είτε επινοούνται την ίδια στιγμή, για να αιτιολογήσει ένα κατασκευασμένο αποτέλεσμα που επιδιώκεται εκ των προτέρων.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της κυρίαρχης αφήγησης είναι ο εκφυλισμός. Όταν εφημερίδες και τηλεοπτικά ΜΜΕ αφιερώνουν στο μεγαλύτερό τους μέρος ολόκληρα κατεβατά για τα επεισόδια σε μια γενική απεργία κι όχι με τον όγκο και τα αιτήματα των διαδηλώσεων, γίνεται προφανές πως το φαντασιακό θεσμικό πλαίσιο (=η εγκαθίδρυση ενός νεοπαγή κανόνα) και ο αταβισμός της κυρίαρχης αφήγησης (=η κατασκευή νέων εντυπώσεων από ξεπερασμένους κανόνες) παράγει μια επανάληψη θέσεων σε εκθετική ανάπτυξη για να υποθάλψει τον εκφυλισμό της αντίθετης πλευράς. Αυτή η επιβουλή οφείλει να εδράζεται στην καλλιέργεια του ερεθισμού κι όχι στην επιδίωξη για σύγκρουση, αυτό είναι ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης κυρίαρχης αφήγησης. Ο παραλογισμός μιας ιδέας, όσο εξωφρενικά παράλογη κι αν φαίνεται, βρίσκει πάντοτε τη νομιμοποίηση της κυρίαρχης αφήγησης όταν αυτή τη συμφέρει. Για παράδειγμα, τα κονσερβοκούτια των εαμοβούλγαρων είναι μια τόσο παράλογη θέση, που αν τη καλοσκεφτεί κανείς οδηγείται σε ένα καίριο λογικό και πρακτικό ερώτημα: τότε πως οι συμμορίτες άνοιγαν τα κονσερβοκούτια αφού δεν είχαν μαχαίρια;

Γι αυτό το λόγο, οι μεγαλύτεροι εχθροί της κυρίαρχης αφήγησης είναι η δημόσια αμφισβήτηση και η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Η ανάλυση αυτού του φαινομένου οδηγεί σε ένα μερικό συμπέρασμα: η κυρίαρχη αφήγηση είναι ένα σκορποχώρι θέσεων και απόψεων που συνδέονται με χαλαρούς συνεκτικούς ιστούς μεταξύ τους, αποτελούνται από στοιχειώδεις στυλιστικές επεμβάσεις σε ένα σύστημα από πεπερασμένους κανόνες εμπλοκής. Έτσι το στυλ της κυρίαρχης αφήγησης δεν είναι ακριβώς το ίδιο το ύφος αλλά οι δομικές συμβάσεις μιας σαθρής υπερκατασκευής που στηρίζεται στην επιθετική ταυτολογία. Η Αριστερά είναι ο εχθρός μας, άρα ο εχθρός είναι η Αριστερά. Σε μια διαδήλωση έκαψαν με μολότωφ τα θύματα της Marfin, άρα τις μολότωφ τις πετάνε οι διαδηλωτές. Το πανεπιστημιακό άσυλο είναι φυτώριο εγκληματικών πράξεων, άρα το άσυλο αφορά μόνο τους εγκληματίες. Οι πολίτες που δεν ακυρώνουν τα εισιτήρια τους είναι εγκληματίες(=άνομοι και τζαμπατζήδες), άρα εν δυνάμει εγκληματίες είναι όλοι οι πολίτες(=άνομοι και τζαμπατζήδες). Αυτή η προκατασκευασμένη αντίληψη αποφεύγει με επιμέλεια να θέσει τις αιτίες των ενεργειών, την αναζήτηση των υπευθύνων και τις ερμηνείες των αποτελεσμάτων. Η κυρίαρχη αφήγηση κατασκευάζει ψηλούς τοίχους, με θορυβώδη χρώματα, για να αποσπάσει την προσοχή από το κύριο ερώτημα που δεν τη συμφέρει να απαντηθεί: το γιατί και ποιός. Ήδη η κατασκευή ενόχων είναι προειλημμένη απόφαση, αλλιώς αφού οι δράστες είναι γνωστοί, κατά την κυρίαρχη αφήγηση, αυτοί θα έπρεπε να είχαν ήδη συλληφθεί και καταδικαστεί σύμφωνα με την φαντασιακή θεσμική νόρμα της. Που όσο πιο σύντομη κι ευσύνοπτη είναι, τόσο πιο ηχηρά αποτελεσματική θα είναι.

Οπότε το δομικό στοιχείο της κυρίαρχης αφήγησης πρέπει να είναι πάντα ο αφορισμός ως κατασκευή συντομευμένων όσο και ρηχών εννοιών. Ένας πετυχημένος αφορισμός πρέπει να υπακούει σε ένα κανόνα συμμετρίας που αποτελείται από τη θέση και την αντίθεση – και για την κυρίαρχη αφήγηση να παράγει αρνητικό πρόσημο ανάλογα με το σκοπό και το στόχο. Την ημέρα της γενικής απεργίας της 23ης Φεβρουαρίου, η κυρίαρχη αφήγηση έγραψε μέσα στα λιγοστά πλαίσια του twitter και το αναπαρήγαγε απηνώς στο Facebook:

Τελικά, ούτε την Πλατεία Ταχρίρ δεν είναι ικανοί να μιμηθούν. Απ’ όσο θυμάμαι
εκεί οι διαδηλωτές δεν έκαιγαν τους ανθρώπους ζωντανούς.

Πρόκειται για ένα φορτισμένο με απόλυτα αρνητικούς συμβολισμούς αφορισμό, υπαγορευμένο σε κάτι λιγότερο από 140 χαρακτήρες, τόσο αποτυχημένα υπερβολικό που αλληλοαναιρείται στα συστατικά στοιχεία του και αυτοαναιρείται στο αποτέλεσμά του. Από ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο επιλέγει το ύστερο αποτέλεσμα και παραλείπει την αιτία γιατί έτσι τη συμφέρει, γνωρίζει η κυρίαρχη αφήγηση πως το ψέμα πλέον δεν πείθει και καταφεύγει στην πρακτική της μισής αλήθειας που, ως γνωστόν, είναι αποτελεσματικότερη από το χειρότερο ψέμα. (Για την ιστορία, η πραγματική χρονική αλληλουχία του συγκεκριμένου γεγονότος αντικατοπτρίζεται τόσο εδώ όσο κι εδώ).

Παρόλο που η διαφωνία είναι σημάδι ποικιλομορφίας και κριτικής σκέψης ενώ συχνά ο αφορισμός περικλείει έντονες τάσεις προς τον ανορθολογισμό όταν καλείται να περιγράψει πολύπλοκα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα, εν τούτοις ο σκοπός της κυρίαρχης αφήγησης είναι να μεταλαμπαδεύει και να αναπαράγει την απλοϊκή ιδεολογία της σε ένα κομμάτι της κοινωνίας που την υπηρετεί πρόθυμα ως ταγός της. Για παράδειγμα, η κυρίαρχη αφήγηση υπαγόρευσε αυτή τη φορά τα ρηχά στερεότυπά της μέσω ενός πρόθυμου ακόλουθου να παίξει τον ίδιο ρόλο:

«H διαφορά μεταξύ ενός λαού που στενάζει στη δικτατορία και ενός λαού που δεν σεβάστηκε τη δημοκρατία του είναι ότι, ο πρώτος θέλει να κάνει την πλατεία του από Tαχρίρ, Συντάγματος, ενώ ο δεύτερος από Συντάγματος, Tαχρίρ».

Η κυνικότητα αυτή της κρυπτοφασίζουσας φράσης αναδεικνύει μια πολύ σημαντική πρακτική που ανήκει στο βασικό οπλοστάσιο της κυρίαρχης αφήγησης. Τον κατακερματισμό της κοινωνίας και την αυστηρή ιδεολογική περιχαράκωση έτσι ώστε η διαπίδυση των απόψεων να μετατρέπεται σε διαρκείς όσο και αυτοτελείς μονολόγους. Η μαζική ικανοποίηση που έλαβε αυτή η φράση ορίζει μια άλλη παράμετρο της κυρίαρχης αφήγησης: την κορύβαντη ομιλία της και την ισοπεδωτική αγελοποίηση της σκέψης της. Ορίζει και αποφαίνεται, άρα δεν υπάρχουν και δεν επιτρέπονται παράπλευρες απαντήσεις. Είναι προφανές πως η κυρίαρχη αφήγηση είναι στενή φίλη με τον λαϊκισμό αν και πολλές φορές υποκριτικά τον αποτάσσεται δημόσια. Ο λαϊκισμός της είναι μελετημένα στοχευμένος διότι στηρίζεται στην απαξία του αφορισμού για το κοινωνικό δίκαιο που συγκρούεται με την άρχουσα ελίτ. Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει μια κοινωνία διασπασμένη σε πολλά διαφορετικά κομμάτια που να μην βρίσκουν μεταξύ τους κοινά πεδία συνεννόησης και δράσης, όντας αποδυναμωμένη από τεχνητά κατασκευασμένες έριδες μεταξύ κοινωνικών και επαγγελματικών τάξεων.

Εδώ έχουμε ένα κλειδί, η πολυδιάσπαση της κοινωνίας μέσω της επαναλαμβανόμενης προπαγάνδας στηρίζεται ουσιαστικά σε ιδεολογικά πλαίσια παρά σε αρνητικά οικονομικοπολιτικά φαινόμενα· γιατί τα τελευταία χρειάζονται απαραίτητα μια εξ άνωθεν πλασματική τεκμηρίωση. Για παράδειγμα, τα μερικά δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που απορρόφησαν πολλές αμφιλεγόμενες ΜΚΟ την περασμένη δεκαετία έχουν στην πραγματικότητα ασήμαντη συμμετοχή στο εν πολλοίς προμελετημένο δημόσιο χρέος των εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Άρα, η διαρκής επαγρύπνηση της κυρίαρχης αφήγησης στο να κατασκευάζει ενόχους – πού όντως μπορεί να είναι ένοχοι σε πραγματολογικό επίπεδο – αποσκοπεί στη μεγέθυνση μικρών μεγεθών για να σμικρύνει ή και να εξισώσει τα μεγάλα σκάνδαλα που ανήκουν στη σφαίρα της επιρροής της. Η διαβόητη έκφραση “μαζί τα φάγαμε” είναι η πλέον ενδεικτική για την τακτική της πλάνης και της εξομοίωσης ευθυνών σε ανόμοια μεγέθη και καταστάσεις.

Σπεύδω τώρα να διευκρινίσω, σε ενδεχόμενη εύλογη ένσταση, πως η κυρίαρχη αφήγηση δεν είναι αποκλειστικά επιχρωματισμένη πολιτικά στην Δεξιά όπως διαφαίνεται παραπάνω. Υπάρχει και στην Αριστερά, υφίσταται σε όλα τα ρεύματα των κυρίαρχων πολιτικών τάσεων. Απλά, η κυρίαρχη αφήγηση του ενός κατισχύει στην κυρίαρχη αφήγηση του άλλου και αρκετές φορές αλληλοδιαπλέκονται μέσω συγκυριακών γεγονότων, κι ακόμα συχνότερα υπαγορεύονται από τον μεταξύ τους συμψηφισμό. Για να επιστρέψω στην αρχική συζήτηση που περιέγραψα, φαίνεται καθαρά πως η εμφυλιακή ιστοριογραφία της μεταπολίτευσης παίζει μια ατέρμονη διελκυστίνδα που τα όρατά της επιστημονικά αποτελέσματα περιορίζονται μεν σε ένα στενό κύκλο αλλά η γενική οπτική της “κοινής γνώμης” υπάγεται ακόμα στην υπαγόρευση και την αναπαραγωγή των μετεμφυλιακών συνδρόμων. Η κυρίαρχη αφήγηση ξέρει να συντηρεί – ακόμα για πόσο; – τον εθνικό διχασμό.

Ας δούμε συνοπτικά ένα άλλο παράδειγμα της κυρίαρχης αφήγησης: οι ξένοι μας κλέβουν τις δουλειές. Ποιές δουλειές; Να απλώνεις τις μαϊμού Λουί Βιτόν τσάντες στα Προπύλαια και στις καφετέριες στους παράδρομους της Ερμού; Μαϊμούδες Βιτόν πουλάνε και οι μεγάλοι έμποροι και το γνωρίζουμε όλοι. Διότι την κυρίαρχη αφήγηση τη συμφέρει να μαζεύουν τις ελιές στα χωράφια οι ανασφάλιστοι αλλοδαποί, για να μην πληρώνει την ασφάλιση των “νόμιμων” πολιτών. Το πρόσκαιρο αναπτυξιακό δυναμικό της Ολυμπιάδας του 2004 οφείλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος σε αλλοδαπά χέρια, κυρίως Αλβανούς, και στον κακώς νοούμενο όσο και επιχειρηματικά καθοδηγούμενο εθελοντισμό. Αυτονόητα όλα αυτά, μα η κυρίαρχη αφήγηση ξέρει πολύ καλά πως να πλασάρει το μίσος ως επίφαση της εσωτερικής ασφάλειας.

Η πραγματικότητα της κυρίαρχης αφήγησης χτίζεται επάνω σε μια οριζόντια ερμηνεία που αρνείται κατηγορηματικά τις διαθλάσεις των επιμέρους αναγνώσεων και των πολλαπλών ερμηνειών και γι αυτό η ανάγνωσή της μένει πάντα στον αφρό της. Με αυτό τον τρόπο, η διογκούμενη ξενοφοβία των τελευταίων χρόνων, για να μείνουμε λίγο ακόμα σε αυτό σε αυτό το θέμα, βρίσκει έρεισμα στην οικονομική ανέχεια χωρίς να προκύπτει από πουθενά μια ξεκάθαρη αντίληψη για τις βαθύτερες αιτίες και σκοπιμότητες. Η κυρίαρχη αφήγηση ασκεί την τέχνη του αφορισμού αποσιωπώντας και διαστρεβλώνοντας τις επιμέρους ενδείξεις και στοιχεία που ανατρέπουν την επίσημη ρητορική και την κρυφή ατζέντα των συμφερόντων. Ο Άγιος Παντελεήμονας και η υπόγεια τακτική του gentrification μέσω των εργολαβικών συμφερόντων επικαθορίζονται από την αναπαραγωγή των ρατσιστικών στερεότυπων που στην καλύτερη περίπτωση δικαιολογούνται από την νεοφιλελεύθερη αρθρογραφία και στην χειρότερη από τις ομάδες των νεοναζί, όλοι αυτοί ουσιαστικά σε αγαστή συνεργασία για τον ίδιο σκοπό.

Κατά βάθος, η κυρίαρχη αφήγηση είναι εριστικά εθνικιστική. Η σκόπιμη υποβάθμιση πολλών σημαντικών εξωτερικών γεγονότων έχει προφανή εφαλτήρια αλλά τελικά με αυτό τον τρόπο κάποτε – και σύντομα – θα πρέπει να εξαντληθεί λόγω της συνεχούς αύξησης στη χρήση του διαδικτύου. Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει ένα έθνος να είναι τόσο ασφυκτικά κλεισμένο στον εαυτό του ώστε να μην εισάγει αλλά ούτε και να εξάγει ιδέες και προβληματισμούς. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που έγινε στη Μεγάλη Βρετανία πριν λίγες μέρες: ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον πήγε να προωθήσει ένα νομοσχέδιο για την ιδιωτικοποίηση των δασών. Δεν το μάθατε αυτό; Μάθετε τι έγινε στη συνέχεια γιατί ολόκληρη η εγχώρια κυρίαρχη αφήγηση απέφυγε επιμελώς να το δημοσιοποιήσει περαιτέρω. Δεκαοκτώ εκατομμύρια Βρετανοί πολίτες έβαλαν τις υπογραφές τους για να δηλώσουν την αντίθεσή τους στο γενικό ξεπούλημα που προαλειφόταν. Με αποτέλεσμα, ο Κάμερον να οπισθοχωρήσει ατάκτως σκίζοντας το φάκελο του επίμαχου νομοσχεδίου…

Να γιατί η κυρίαρχη αφήγηση μάς θέλει διασπαρμένους από τεχνητά κατασκευασμένες κοινωνικές έριδες. Μας φοβάται, δεν θα φοβόμαστε λοιπόν αυτήν.

____________________

ΥΓ. Έξυπνο το κόλπο Πάσχο και την πάτησα. Έχεις ένα προφίλ και παράλληλα διατηρείς page αλλά βάζουν λινκ τα τσιτάτα σου από την page που έχει το απείρως λιγότερο σχολιασμό. Μοναδική η ικανότητα της κυρίαρχης αφήγησης να μασκαρεύεται και να εξαπατά…

The Moody Blues

Απανωτές σφαλιάρες τρώει η πολύπαθη Ελλάδα από κάποιον διεθνή οίκο που αξιολογεί, δηλαδή κυβερνάει, τις οικονομικές επιδόσεις διαφόρων χωρών και ιδρυμάτων. Βέβαια, αν δεν μπορείς να διαχειριστείς τα του οίκου σου πρέπει με κάποιο τρόπο να τιμωρηθείς. Η κλοπή δεν είναι μέσα στα εγκλήματα καθώς ο κλέφτης δεν κλέβει το ίδιο το σπίτι του. Έτσι, όταν εσένα κλέβουν εσένα θα τιμωρούν στη συνέχεια γιατί άφησες να σε κλέψουν. Κι αυτή η τιμωρία λέγεται συλλογική ευθύνη, η αγαπημένη πιπίλα των κρυπτοφασιστών και ταγών της άρχουσας ελίτ. Θα πληρώσεις για τιμωρία τα υπόλοιπα που δεν μπορούν να κλέψουν γιατί εσύ φταις που τα έχεις και δεν τα έχεις.

Ας αφιερώσουμε στην Ελλάδα ένα τραγούδι για τα περασμένα μεγαλεία σε λευκό σατέν.

[YT]9muzyOd4Lh8[/YT]

Ανεπιθύμητοι νεκροί – update

Σήμερα, όλα τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, ραδιοτηλέοραση και διαδίκτυο, αναφέρονται με σαφήνεια στον αριθμό των νεκρών άστεγων που πέθαναν χτες από το κρύο στο άλσος του Θησείου. Τρεις.

Όλοι εκτός από τον ΔΟΛ, έχει «εγκυρότερη» πληροφόρηση. Στις ιστοσελίδες του αφαιρεί όχι δύο νούμερα αλλά δύο ζωές από τον απολογισμό: πέθανε ένας.

Το δράμα εδώ δεν είναι, λοιπόν, αριθμητικό αλλά επικοινωνιακό.  Πρέπει οι εντυπώσεις να μετριαστούν κι επάνω στη φούρια να ευχαριστήσει τον κυβερνητικό εργοδότη του, ο ΔΟΛ κόβει ζωές από τα θύματα της ανέχειας και προσθέτει τους επιθυμητούς νεκρούς στην κινδυνολογία για τους απεργούς πείνας. Οι νεκροί πρέπει να είναι πάντα ο άλλοι. Οι δικοί μας, οι χτεσινοί νεκροί, είναι οι ανεπιθύμητοι.

Μπράβο Σταύρο, μπράβο Γιώργο.

ΥΓ. Την είπα την αποψάρα μου όπως ζητάει η εικόνα παραπάνω.

 

Update : Στο site της Ελευθεροτυπίας γράφει μόλις τώρα:

Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι και οι τρεις άνθρωποι ήταν νεκροί. Εκπρόσωπος του δήμου που μίλησε στο enet.gr απέδωσε το λάθος στην πρώτη εκτίμηση των εργαζόμενων που αντίκρυσαν το μακάβριο θέαμα

Το εκπληκτικό είναι πως έπρεπε να περάσουν τόσες ώρες μέχρι να διευκρινιστεί ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων. Όπως ξέραμε τις προάλλες άμεσα και γρήγορα πόσοι ήταν οι νεκροί και τραυματίες αστυνομικοί. Αλλά ούτε κι στα πορτάλ του ΔΟΛ αναφέρονται οι τραυματίες. Και πάλι πρόκειται σαφέστατα για απόκρυψη είδησης.