Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη: ο απόλυτος καταναλωτικός αισθησιασμός της γραφής

Πολύς θόρυβος τελευταία για το Σουέλ της Ιωάννας Καρυστιάνη, με τους αναγνώστες και τους κριτικούς να έχουν χωριστεί σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Ακολουθώ κι εγώ τη μία πλευρά, αυτήν που κατακρίνει το βιβλίο. Από τα πιο παρεξηγημένα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ μου, κι εδώ το μέτρο της υπέμετρης διαφήμισης που του έχει γίνει προσδίδει την αξία του ως ένα ακόμη εύπεπτο καταναλωτικό προϊόν. Η Iωάννα Καρυστιάνη αποτυγχάνει με αυτή την προσπάθεια να παράγει λογοτεχνία, έχει τυλίξει το έργο της με ένα πολυτελές περιτύλιγμα μεγαλύτερης αξίας από το περιεχόμενό του.

Το Σουέλ θέλει να λέγεται ναυτικό βιβλίο, αλλά δεν είναι. Είναι μια άσκηση ύφους στη γνώριμη γραφή της μεν, αλλά εδώ η Ιωάννα Καρυστιάνη έχει υπερβεί το ταλέντο της και μας προσέφερε μια ακόμη ρομαντικοποιημένη εκδοχή της ζωής στη θάλασσα, παρά έναν ακόμη προβληματισμό για την κατανόηση και τη γνώση του ναυτικού βίου. Όλα στο Σουέλ είναι παρατεντωμένα, διαθλασμένα μέσα από τον παραμορφωτικό φακό ενός παρνασσιστικού ντελίριου. Οι εξωπραγματικοί, όσο κι εξωφρενικοί, όροι της πλοκής έχουν την πρώτη θέση στο Σουέλ και ο αναγνώστης αποκομίζει μια εντελώς παραπειστική εικόνα για το ναυτικό επαγγέλμα. Η σκληρότητα του επαγγέλματος είναι δεδομένη (σ.σ. έχω δουλέψει αρκετό καιρό στα καράβια και γνωρίζω έτσι τη ναυτική ζωή) αλλά το αποτέλεσμα σερβίρεται με τη σάλτσα της αναγνωστικής απόλαυσης, κάτι από το οποίο η ελληνική λογοτεχνία πάσχει συστηματικά. Αυτό το σύμπτωμα έχει όνομα και λέγεται ωραιοποίηση.

Όταν ο ρεαλισμός μπορεί να εκφραστεί με εξωπραγματικούς όρους, τότε ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να αποκτήσει σημασία από την εκτέλεση της γραφής, μα η Ιωάννα Καρυστιάνη ξεκίνησε ανάποδα, για να μην πω από εντελώς εσφαλμένη αφετηρία. Η συγγραφέας της Μικράς Αγγλίας μας λέει ότι το Σουέλ οφείλεται στους Αντριώτες, Κεφαλλονίτες, Τηνιακούς, Κερκυραίους και Χανιώτες ναυτικούς, συνταξιούχους και εν ενεργεία. Κι αυτά που διαβάζουμε στηρίζονται περισσότερο σε αναμνήσεις και νοσταλγίες παρά σε μαρτυρίες για τη σκληρή διαβίωση στη θάλασσα. Όλα στο Σουέλ είναι τόσο ρομαντικά δοσμένα που σκέφτεται κανείς ότι οι αφετηρίες της ιστορίας του τυφλού καπετάν Αυγουστή έχουν ως βάση τους μύθους/φαντασίες που δημιουργούν πολλοί ναυτικοί για να απαλύνουν τον πόνο της θαλασσινής διαβίωσης. Η αλήθεια είναι ότι ο καπετάνιος είναι αυτός που προσορμίζει το καράβι στο λιμάνι από την βαρδιόλα, ο τυφλός καπετάν Αυγουστής, πόσο μπορούσε να πείσει το πλήρωμά του τόσα χρόνια ό,τι ήταν υγιής; Υπάρχουν πολλά εξωφρενικά στοιχεία που δεν στέκουν σε δεύτερη ανάλυση, η άρνηση του υπέργηρου καπετάνιου να αφήσει το καράβι αντιμετωπίζεται πολύ εύκολα από μια έγκληση της ναυτιλιακής εταιρείας στο Λιμεναρχείο, μα οι απιθανότητες της πλοκής δεν επιτρέπουν στην κοινή λογική να έρθει στο προσκήνιο. Η Ιωάννα Καρυστιάνη ξεκίνησε από εξωπραγματικά δεδομένα για να στήσει μια αληθοφανή ιστορία, πλην όμως η ηρωοποίηση του καπετάν Αυγουστή ούτε καν σε μυθολογικά πλαίσια δεν υπακούει. Διότι κάθε μύθος έχει από πίσω του μια πραγματική ιστορία μα στο Σουέλ όλα είναι επινοημένα ακόμη και στα παρασκήνια της πλοκής που εξυπονοούνται πίσω από τις δράσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου.

Κι έτσι, ένα βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των χαρακτήρων του Σουέλ είναι ότι αποτελούνται από συναισθήματα, εντυπώσεις και αναμνήσεις κι όχι από τις πράξεις τους, έτσι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εξαϋλώνονται και να αποκτούν μεταφυσικό χαρακτήρα. Μπορεί σε άλλες εφαρμογές αυτή η τακτική να έχει αποτέλεσμα, αλλά όχι στο Σουέλ που θέλει να αποτελείται από μια σύμμιξη πραγματικών μαρτυριών. Το Σουέλ είναι μια άσκηση ύφους που λειτουργεί ως διάμεσο ρομαντικής νοσταλγίας. Το κείμενο χάνει την αντικειμενικότητά του στρεβλώνοντας τον ρεαλισμό για να τον καθοδεύσει στα όρια του εύκολου αισθηματισμού και της άκοπης ανάγνωσης. Ο καπετάν Αυγουστής είναι η αναπαραγωγή του ξεπερασμένου ρομαντικού προτύπου από τον 19ο αιώνα, που ηρωοποιείται επειδή πονάει και υποφέρει! Το χάπυ έντ συνηγορεί σε αυτή τη διαπίστωση όντας προβλέψιμο, όχι με το γραμμικό μέτρο της πλοκής, αλλά προς ικανοποίηση, και μόνο, του αναγνώστη. Οι κώδικες της γραφής του Σουέλ είναι γνωστοί: αυτό που μένει για τον επίδοξο αναγνώστη είναι η επιθυμία προς τη λύση, που ενώ την αναμένει, ορίζει την ανάγκη του να συμπάσχει στην πομπή των πρωταγωνιστών από την κόλαση της αβύσσου προς τη ρομαντικής ιδεοληψίας δικαίωση.

______________

Σχετικά ποστ: Librofilo, Αναγνώστρια, Αθήναιος, Σταυρούλα Σκαλίδη, Νίκος Ξυδάκης

Η Ψιλικατζού βγαίνει σε βιβλίο

«Η Ψιλικατζού».
Δελημήτρου Κωνσταντίνα. Εκδόσεις Intro Books.
Διαθέσιμο από τη Δευτέρα 12/3/2007 στα βιβλιοπωλεία.

Περισσότερες λεπτομέρειες εδώ. Λάβετε υπόψη πως δεν περιέχει μόνο τα μπλογκικά της κείμενα, αλλά κι άλλα που δεν είδαν ποτέ το φως κι αυτό κάνει την προσπάθεια να αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Όπως γράφει χαρακτηριστικά:

[…]Πίσω από το ιντερνετικό ημερολόγιο μου, έτρεχε κι ένα άλλο. Κρυφό. Αυτό γιατί κάποια θέματα αποτελεούν ταμπού. Όπως η υπογονιμότητα[…]

Καλή επιτυχία της ευχόμαστε – κι άργησε να εκδοθεί επιτέλους.

ΥΓ. Άντε και ο Αθήναιος να εκδοθεί πια… ως πότε παληκάρι μου!

Τι σημαίνει “πότε προλαβαίνετε και διαβάζετε τόσα βιβλία”;

O xxxstories, με αφορμή τις βιβλιοκριτικές που ξεκίνησα στο ιστολόγιο, μου έκανε τις προάλλες το εξής εύγλωττο ερώτημα:

Πότε προλαβαίνετε και διαβάζετε τόσα βιβλία ρε παιδιά; Εγώ ένα το μήνα κι αν το προλάβω κι αυτό. Μήπως κυκλοφορούν σε CDs και τ’ ακούτε αντί για μουσική;

Πράγματι, σε πολλούς φαντάζει δύσκολο έως αδιανόητο να διαβάζουμε τόσο «πυκνά» τα βιβλία που πιάνουμε στα χέρια μας. Κι εδώ είναι να αναρωτιέται κανείς, υπάρχουν αναγνωστικά όρια με την έννοια του πόσο φανατικός αναγνώστης είσαι; Νομίζω πως δεν είναι τόσο απλό το θέμα. Δεν το πιστεύω ότι υπάρχει φανατικός αναγνώστης ή μη, αλλά αναγνωστική επάρκεια όσο και η ικανότητα του διαβάζειν. Αν η ενδελέχεια στην ανάγνωση βιβλίων είναι ζήτημα αφοσίωσης, αυτό που κρίνεται εδώ δεν είναι η αρτιότητα ενός έργου, αλλά περισσότερο οι δυνατότητες του αναγνώστη να καλύψει όσο το δυνατόν σύμφωνα με τις αντοχές του την ολοένα και αυξανόμενη προσφορά λογοτεχνικών έργων. Κακά τα ψέμματα, αναγνώστης δεν είναι μόνο αυτός που αγαπάει τα βιβλία, αλλά αυτός που είναι ταυτόχρονα και ικανός να έχει μεγάλη αντοχή. Ένα σπουδαίο λογοτεχνικό έργο δεν σε κάνει απαραιτήτως κι αυτομάτως συστηματικό αναγνώστη, τουναντίον η τριβή με το άθλημα του διαβάζειν προϋποθέτει μια έμφυτη ροπή που κι αυτή δεν είναι άμοιρη καλλιέργειας. Με άλλα λόγια, ή μαθαίνεις να διαβάζεις ή όχι – κι αυτό δεν έχει άμεση σχέση με την απόλαυση. Το να σου αρέσει ο Χατζιδάκις, αυτό δεν σε κάνει ειδήμονα στην ελληνική μουσική.

Από την άλλη όμως, το να πιάνεις την Πολιτεία του Πλάτωνα και τον Κώδικα ντα Βλάκα δεν είναι το ίδιο. Τα βιβλία επιβάλλουν το δικό τους ρυθμό ανάγνωσης, δεν είναι όλα χάμπουργκερ και κόκα κόλα. Με αυτή την έννοια, τον Κώδικα ντα Βλάκα τον ξεπέταξα σε 7-8 ώρες διότι ήταν ένα ευχάριστο κι ελαφρύ ανάγνωσμα, όσο κι απελπιστικά βλακώδες. Αλλά, η Επιστήμη της Αθεολογίας του Μισέλ Ονφρέ απαιτεί όλη την προσοχή όσο και πίνεται σαν το καλά ωριμασμένο κρασί: εδώ απαιτείται στοιχειώδης γνώση φιλοσοφίας και θεολογίας για να κατανοηθεί με πληρότητα, καθώς είναι καθαρά φιλοσοφικό βιβλίο. Και μοιραία, πρέπει να διαβαστεί αργά.

Άλλα βιβλία σε επιβραδύνουν χωρίς να το επιδιώκουν τα ίδια. Το Σουέλ της Καρυστιάνης με κουράζει ειλικρινά, το πιάνω δεύτερη φορά μέσα σε ένα μήνα από το σημείο που το σταμάτησα, κι αυτό οφείλεται στον τρόπο που με προσεγγίζει και το προσεγγίζω (θα αναφερθώ σ’ αυτό σε προσεχές ποστ). Ένα καλό αστυνομικό μπορεί να σε κάνει να ρουφηχτείς μέσα του, αλλά το μπεστ σέλερ «αμερικανικού τύπου» οφείλει να σέβεται την ενδεχόμενη πνευματική αντοχή και κούραση του αναγνώστη. Έτσι, ένα βιβλίο του Στήβεν Κινγκ (χωρίς να τον υποτιμώ) είναι προτιμότερο για μένα στο βαθμό που το επιτρέπει η εκάστοτε πνευματική μου ετοιμότητα, αλλά μια ιστορία του Αρθουρ Κόναν Ντόυλ ή του Ίαν Ράνκιν πραγματικά ακονίζει κι αυτή την ηδονή του διαβάζειν καθώς δεν είναι μηδαμινή η προσφορά τους στην αστυνομική λογοτεχνία.

Βέβαια, μιλάω από τη θέση του «ερασιτεχνισμού» διότι δεν είμαι κριτικός. Ο κριτικός έχει άλλες απαιτήσεις και πάντα είναι δύσκολη και δυσχερής η δουλειά του, επειδή την ασκεί κατ’ επάγγελμα. Οπότε, ο καλός αναγνώστης είναι εραστής της τέχνης με τον ίδιο τρόπο που ένας καλός ακροατής μουσικής (όχι απαραιτήτως μουσικός, εδώ τονίζω τη διαφορά) μπορεί να ξεψαχνίσει στο βούρκο για να βρει διαμάντια.

Μπορεί να κάνει κάποιος την ένσταση εδώ ό,τι παίζει σημαντικό ρόλο η διάθεση να διαβάσει κάποιος βιβλία με συστηματικό τρόπο. Πιστεύω ότι πρωτίστως σημαντική η προδιάθεση που καλλιεργείται ανάλογα με το περιβάλλον κι όχι ξυπνώντας μια πρωία και λέμε επιπόλαια «α, σήμερα θα διαβάσω πέντε βιβλία»: είτε είναι οικονομικό το θέμα, είτε ψυχολογικό, πνευματικό, εκπαιδευτικό, κοινωνικό και πολλά άλλα, κι όλα αυτά μαζί! Και το κυριότερο, πόσο χρόνο μπορείς να αφιερώσεις να διαβάσεις ένα βιβλίο. Εδώ είναι το σημαντικό κλειδί, που ονομάζω διαμοιρασμό χρόνου. Δηλαδή, όλα είναι ζήτημα προτεραιοτήτων. Θέλει κάποιος να ασχοληθεί με τη μουσική, θα ρίξει το βάρος εκεί, το διάβασμα αναλόγως. Όπως συμβαίνει και με κάθε χόμπι.

Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι το διάβασμα απορρέει και από την εξάσκηση της ανάγνωσης. Κανένα βιβλίο δεν είναι ίδιο με το άλλο, όσο ρητορικό κι ας μας φαίνεται αυτό που λέω, εν τούτοις, πολλά βιβλία τα έχω παρατήσει στη μέση. Όχι μόνο επειδή δεν μου άρεσαν, το θέμα του γούστου είναι υποκειμενικό, αλλά επειδή ήταν κακογραμμένα έως και δεν είχαν λόγο ύπαρξης. Ή ήταν πάνω από τις δικές μου ικανότητες κατανόησης κι αντίληψης (λχ Κεφάλαιο του Μαρξ και Γνώση του Μουράβιεφ – βαρέστε όσο θέλετε, ειδικά για το πρώτο να δούμε πόσο καλοί είσαστε στην οικονομική θεωρία και την ξύλινη και μιζεριασμένη στρεψόδικη γλώσσα. Δεν μπορείς να διαβάσεις Μαρξ; Ουουου, είσαι φασίστας).

Θέλω να πω, πως ένας αναγνώστης δεν μπορεί να διαβάσει τα πάντα. Όλα εξαρτώνται από ποικίλλους παράγοντες που βασίζονται στην καλλιέργεια σε συγκεκριμένους πολιτιστικούς κι επιστημονικούς τομείς. Αν μπορείτε να διαβάζετε μόνο ένα βιβλίο το μήνα, κέρδος είναι. Όπως κέρδος είναι η καλή μουσική. Η καλή μαγειρική. Τα κομπιούτερ. Ο μοντελισμός (λόγω ανεπάρκειας χώρου, δεν μπορώ να ασχοληθώ με τα ξύλινα καράβια που αγαπάω πάρα πολύ) και ούτω καθεξής.

Κι ένα τελευταίο. Ο καλός αναγνώστης δεν πρέπει να είναι παθητικός δέκτης. Για παράδειγμα, αποκόμισα μεγάλα ωφέλη από τον Κώδικα ντα Βλάκα, διότι αύξησε τις γνώσεις μου στη θρησκειολογία και όξυνε την κριτική σκέψη μου ακόμη κι αν εντοπίζω αργότερα κάποιους δικούς μου συλλογισμούς λανθασμένους. Σημασία έχει να αποκτά κανείς σκέψη.

Simon Singh: Κώδικες και Μυστικά – μια συναρπαστική ιστορία κρυπτογραφίας

Simon Singh: Κώδικες και Μυστικά

μετάφραση: Νάσος Κυριαζόπουλος

εκδ. Τραυλός

Το βιβλίο του Simon Singh διαφωτίζει μια άγνωστη πτυχή της ιστορίας που κρίνει τις σημαντικότερες εκβάσεις της. Την κρυπτογραφία. Η ανάγκη για την κωδικοποίηση μηνυμάτων, από αρχαίους βασιλιάδες μέχρι και την CIA, είναι το κυριότερο συστατικό επιτυχίας των πολεμικών και των διπλωματικών επιχειρήσεων. Στους τομείς της οικονομίας, η κρυπτογράφηση δεδομένων είναι εξίσου αναγκαία, καθώς και η διακίνηση προσωπικών δεδομένων μέσω διαδικτύου παρουσιάζει μια ολοένα και σημαντική αξία στην ασφάλεια τους. Η κρυπτογραφία δεν είναι διανοητικό άθλημα, είναι μια αναγκαιότητα που διασφαλίζει την ιδιωτική ζωή του ατόμου, των επιχειρηματιών και των κυβερνήσεων. Και πολύ συχνά συμβαίνει πολλές συναλλαγές να μοιράζονται τον ίδιο κώδικα, ένα ιδιωτικό μέηλ σχεδόν δεν έχει καμία διαφορά από μια κυβερνητική – διαδικτυακή – αλληλογραφία στην ασφάλεια του. Η κρυπτογραφία είναι πια κτήμα όλων χάρη στις αλματώδεις μαθηματικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

 

Το βιβλίο του Simon Singh δεν είναι ακριβώς μια ιστορική παρουσίαση κωδίκων, αλλά μια περιγραφή για τη διαρκή πάλη να σπάσουν οι μυστικές αλληλογραφίες από τους λεγόμενους κωδικοθραύστες. Θα διαβάσετε για το πως η Μαίρη Στιούαρτ θα ήταν η επόμενη βασίλισσα αν δεν έσπαγαν τον αλγόριθμο που χρησιμοποιούσε στη μυστική αλληλογραφία της μέσα από την φυλακή. Θα μάθετε μια για πάντα το μυστικό πίσω από τον Άνδρα με το Σιδηρούν Προσωπείο – κι ας σκούζουν όσο θέλουν διάφορες σαχλοσυνομωσιολογικές θεωρίες – μέσα από μια αποκαλυπτική κωδικοποιημένη αλληλογραφία. Θα δείτε πως λειτουργούσε ο περίφημος Κώδικας Ναβάχο, θα θυμόσαστε την πρόσφατη ταινία του Τζον Γου με τον Νίκολας Κεητζ, θα μπείτε στα άδυτα της αποκρυπτογράφησης της Γραμμικής γραφής και της στήλης της Ροζέτας. Θα μάθετε για τον άθραυστο μέχρι σήμερα κώδικα Bale που είναι η εθνική μανία των Αμερικανών για έναν κρυμμένο θησαυρό του περασμένου αιώνα. Ο Simon Singh μάλιστα, τον παραθέτει ολόκληρο για τους επίδοξους κωδικοθραύστες. Όμως, το σημαντικότερο και συναρπαστικότερο κομμάτι του βιβλίου είναι η μηχανή Αίνιγμα, ο τρομερά πανίσχυρος κώδικας των Γερμανών που το σπάσιμό του έκρινε την έκβαση του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Κι αυτό χάρη στην ευφυία ενός ανθρώπου, που σε αυτόν οφείλουμε την υλοποίηση των σημερινών υπολογιστών, του Άλαν Τιούρινγκ. Και φυσικά, δεν μένουν απέξω οι αρχαίοι κώδικες της Αθήνας και της Ρώμης.

 

Το Κώδικες και Μυστικά παρουσιάζει αρκετά εξαντλητικά, με παραδείγματα και πίνακες, τους βασικούς τρόπους κωδικοποίησης των πιο γνωστών κωδίκων. Αλλά δεν κουράζει στην ανάγνωση καθώς είναι εξαιρετικά καλογραμμένο με ισορροπημένες δόσεις δραματοποίησης των γεγονότων όπου εκεί χρειάζονται. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει και διαγωνισμός αποκρυπτογράφησης δέκα διαφορετικών κρυπτογραμμάτων, που έτρεχε online με προθεσμία λήξης το 2010. Έσπασαν όμως σχετικά γρήγορα. Σίγουρα είναι ένα βιβλίο που θα ωφελήσει τον αναγνώστη σε πολλαπλά επίπεδα, στην ευχαρίστηση της ανάγνωσης, την επιμόρφωση και την αναζήτηση παραπέρα στοιχείων.

Η Κλάρα στο μισοσκόταδο – Χοσέ Κάρλος Σομόθα

 

Σκεφτόμασταν εδώ και καιρό με την Mauve_All να στήσω μια καινούρια κατηγορία στο ιστολόγιο μου που να αφορά παρουσιάσεις και κριτικές βιβλίων. Καθώς η Mauve_All είναι φανατική αναγνώστρια – και τα γούστα μας συμπίπτουν τις περισσότερες φορές – σκέφτηκα να ζητήσω τη συνδρομή της για να γράφουμε για βιβλία που θέλουμε να τα παρουσιάζουμε. Έχω γράψει για μερικά βιβλία παλιότερα στο ιστολόγιο μου, αλλά η επιθυμία μου είναι να ασχοληθώ περισσότερο ενεργητικά. Θα βλέπετε το tag Βιβλία για να διαβάζετε τα περιεχόμενα της κατηγορίας. Αν και μεταφέρθηκαν εκεί παλιότερα σχετικά κείμενά μου, εν τούτοις το ποδαρικό της καινούριας κατηγορίας γίνεται από την Mauve_All για την Κλάρα στο μισοσκόταδο του Χοσέ Κάρλος Σομόθα – τον γνωρίζουμε και από το, επίσης αστυνομικό, Σπήλαιο των Ιδεών που διαδραματίζεται στην αρχαία Ελλάδα (αυτό επισημάνθηκε ήδη για την αγορά του).

 

Η Κλάρα στο μισοσκόταδο – Χοσέ Κάρλος Σομόθα

εκδ. Πατάκης – μετάφραση: Χρ. Θεοδωροπούλου

Πληροφορίες για το βιβλίο στη σχετική σελίδα του Πατάκη

Γράφει η Mauve_All:

«Η κοπέλα που επιπλέει στη γυάλινη πισίνα με το μολυσμένο νερό λέγεται Ρίτα. Είναι η πρώτη που δέχεται βοήθεια επειδή η προσπάθειά της είναι αξιόλογη: να κάνεις για έξι ώρες την ημέρα το οργανικό κατάλοιπο, με πλαστικά και περιττώματα μπλεγμένα στα μαλλιά, δεν είναι εύκολη δουλειά. Ο πίνακας αγοράστηκε από μια σουηδική εταιρεία και το μηνιαίο μίσθωμά του κατάφερε το φαινομενικά ακατόρθωτο: να βουτάει η Ρίτα κάθε μέρα σ’ αυτά τα αηδιαστικά αμνιακά υγρά και να είναι χαρούμενη. […] Η Συλβί Γκαϊλόρ είναι η «Μέδουσα», μια ελαιογραφία που κοστολογείται στα τριάντα εκατομμύρια δολάρια, μ’ ένα αστρονομικό μηνιαίο μίσθωμα. Η αιτία είναι τα δέκα ζωντανά φίδια, βαμμένα λουλακί, που στριφογυρίζουν πάνω στο κεφάλι της και που πρέπει να ταΐζονται και να αντικαθίστανται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το μήκος τους είναι όσο και το χέρι ενός ενήλικου και καταπιέζονται από ένα λεπτοκαμωμένο συρμάτινο κλιπ, σε μέγεθος τρίχας κορσέ, που τους επιτρέπει να κινούν μονάχα την ουρά και το κεφάλι. Τα φίδια γενικά δεν καταλαβαίνουν από τέχνη και εκνευρίζονται όταν τα αναγκάζουμε να υπομένουν έξι ώρες την ημέρα, με τις φολίδες τους να συνθλίβονται κάτω από το κλιπ. Κάποια από αυτά πεθαίνουν πάνω στο κεφάλι της Συλβί, άλλα σαλεύουν φρενιασμένα. […] Η αλήθεια είναι ότι η Συλβί πληρώνεται αλλά ποιος μπορεί να πληρώσει αρκετά για τις αϋπνίες της, για την περίεργη αποστροφή που την εμποδίζει να χτενίζεται, αυτή τη φαντασιακή αίσθηση που δοκιμάζει καμιά φορά ενώ μιλά, γελά, δειπνεί σε ένα εστιατόριο ή κάνει έρωτα, που την οδηγεί να σκέφτεται πως κάποιος της χαϊδεύει τα μαλλιά ή της τραβάει τα τσουλούφια ή την ξύνει με δάχτυλα δίχως νύχια; […] Στο έργο «Κούκλα» η Τζέννιφερ Χάλλεϋ, ένας καμβάς οκτώ χρονών, στέκεται όρθια, ζωγραφισμένη σε ροδαλό χρώμα, μ’ ένα μαύρο φουστάνι νανουρίζοντας στην αγκαλιά της μια κούκλα. Όμως η κούκλα είναι ζωντανή κι έχει την όψη ενός από αυτά τα λιμοκτονούντα βρέφη με τις ίδιες με μαύρο σταφύλι κοιλιές που προβάλλουν το κεφάλι τους από το πηγάδι του Τρίτου Κόσμου. Ωστόσο, το υποτιθέμενο παιδί είναι ένας ενήλικος, ένας αχονδροπλαστικός νάνος-καμβάς ονόματι Στιβ. Είναι βαμμένος σε σκούρα χρώματα και δουλειά του είναι να κλαίει και να στριφογυρίζει στην αγκαλιά της Τζέννιφερ».

Εν έτει 2006, η υπερδραματική τέχνη, που χρησιμοποιεί αποκλειστικά ανθρώπινους καμβάδες, βρίσκεται στο απόγειο της παντοδυναμίας της σε παγκόσμιο επίπεδο. Πολλοί υπερδραματικοί καλλιτέχνες ταρακουνούν τον κόσμο με τους ζωντανούς τους πίνακες, οι οποίοι πωλούνται σε μουσεία και ιδιώτες σε αστρονομικές τιμές. Διοργανώνονται εκθέσεις, ιδιωτικά χάπενινγκ και διαδραστικές εκδηλώσεις. Η παράνομη πλευρά αυτού του κινήματος στην τέχνη περιλαμβάνει αρτ σοκ («θεάματα με ωράριο, στα οποία ο ιδιοκτήτης του πίνακα ή οι φίλοι του μπορούν αν θέλουν να συμμετάσχουν. Στην πλειονότητά τους είναι σεξουαλικού ή βίαιου περιεχομένου και είναι εντελώς παράνομα»), έργα «κηλιδωμένης τέχνης» (όπου πτώματα ανθρώπων λειτουργούν ως καμβάδες) καθώς και μια τεράστια βιομηχανία κατασκευής ανθρώπινων διακοσμητικών και επίπλων, όπως για παράδειγμα, πολυθρόνες και τραπέζια που η χρηστική τους επιφάνεια στηρίζεται στους ώμους ή στην πλάτη ενός ή περισσότερων μοντέλων. Τα μοντέλα αυτά έχουν πιο ανθρώπινη ζωή από τους καμβάδες καθώς εργάζονται μερικές μόνο ώρες της μέρας αν και είναι αναγκασμένα να φορούν ωτοκαλυπτήρες και οφθαλμοκαλυπτήρες καθ’ όλες τις εργάσιμες ώρες. Επιπλέον, υπό το σκεπτικό ότι η τέχνη είναι επιχείρηση, («Αν οι πίνακες του Ρέμπραντ δεν άξιζαν σήμερα εκατομμύρια δολάρια, ποιος θα ενδιαφερόταν για το αν ήταν μεγαλοφυΐα;») διάφορες ευρωπαϊκές, αμερικανικές και ιαπωνικές εταιρείες ανταγωνίζονται σκληρά στη διακίνηση των καμβάδων και των έργων, στη μεταπώλησή τους και στην αντικατάσταση των πρωτότυπων καμβάδων με αντίγραφα. Στον κόσμο της υπερδραματικής τέχνης κάθε καμβάς αντικαθίσταται από άλλον, πανομοιότυπό του, το αργότερο έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση του πρωτότυπου έργου, ούτως ώστε το έργο τέχνης να μη γερνάει σαν το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι αλλά να παραμένει απαράλλακτο, κατακτώντας έτσι την αιωνιότητα.

Ο Χοσέ Κάρλος Σομόθα αναπτύσσει την αστυνομική του ιστορία σ’ ένα ιδιότυπα ζοφερό περιβάλλον και θίγει πολύ εύστοχα και με τρόπο καίριο και ανατριχιαστικό, ζητήματα που αφορούν την αξία της ανθρώπινης ζωής σε αντιπαράθεση με την αξία της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Το βιβλίο κάνει μια απλή υπόθεση εργασίας: αφού ζούμε σε μία εποχή όπου ήδη τάσεις όπως η body art χρησιμοποιούν το ανθρώπινο σώμα ως κύρια βάση για τα έργα τους, τι θα συμβεί αν κάποιος ανακαλύψει ότι μπορεί να βγάλει εξωφρενικά πολλά χρήματα από τη χρήση ανθρώπων ως αντικείμενα τέχνης; Σε σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας αναφέρει: «Δεν ξέρω αν η κατάσταση θα αλλάξει στο μέλλον αλλά τείνω να πιστεύω πως αν κάποιος βρει κάποιο τρόπο να κερδίζει χρήματα με αυτό, οι ηθικοί παράγοντες δε θα μπορέσουν να εμποδίσουν την ανάπτυξη ενός τέτοιου εμπορίου».

Το βιβλίο εκδόθηκε στην Ισπανία το 2001 και ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση του στο Άμστερνταμ του 2006. Ευτυχώς οι δυσοίωνες προβλέψεις του δεν έχουν επιβεβαιωθεί μέχρι στιγμής. Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε ποτέ να απολαμβάνουμε «πολύ βίαια αρτ σοκ στα οποία χρωματίζονται καμιά φορά οι αρτηρίες και το αίμα για να έχουν πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα» ή έργα «κηλιδωμένης τέχνης» στα οποία ζωγραφίζονται μέχρι και τα «εντόσθια του καμβά, το ήπαρ, οι πνεύμονες, η μήτρα και το έμβρυο που ενδεχομένως περιέχει, οι όρχεις, οι μαστικοί αδένες». Δεν ξέρω αν τα «διαφυλετικά έργα» από κηροπλαστίνη θα δώσουν το στίγμα στη νέα τέχνη του 21ου αιώνα. Μία από τις βασικές ηρωίδες του βιβλίου, η σκληροπυρηνική Γουντ αναφέρει σε κάποιο σημείο: «Ζούμε σε έναν χαοτικό κόσμο. Έναν κόσμο που έχει μεταμορφωθεί σε τέχνη, σε σκέτη ευχαρίστηση του να κρύβουμε, να προσποιούμαστε κάτι που δεν είναι ή δεν υπάρχει. Ίσως ποτέ δεν ήμασταν έτσι, ίσως αυτό προέκυψε σε πείσμα της αληθινής μας φύσης. Ή ίσως έτσι ήμασταν εξαρχής, ίσως η αληθινή μας φύση να είναι η μεταμφίεση και τώρα επιτέλους να έχουμε κατορθώσει να φέρουμε τα πράγματα στα μέτρα μας». Σύμφωνα με την πλοκή του βιβλίου, είναι πιθανό ακόμα και να βρεθούμε αντιμέτωποι με πολιτικές παγκοσμιοποίησης που θα χρησιμοποιούν τις ασθενέστερες κοινωνικά ομάδες με σκοπό την τροφοδότηση της τέχνης, και για να ακριβολογούμε, των επιχειρήσεων που διαχειρίζονται το κεφάλαιο Τέχνη: «Το λάθος της Ευρώπης είναι ό,τι θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε ο εαυτός μας δίχως να πάψουμε να είμαστε το όλον. Φιλοδοξούμε να παγκοσμιοποιήσουμε την ατομικότητά μας. Όμως ο κόσμος χρειάζεται ολοένα και λιγότερα άτομα, λιγότερα έθνη, λιγότερες γλώσσες. Αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι να ξέρουμε όλοι αγγλικά και να είμαστε, ει δυνατόν, φιλελεύθεροι. Η καλλιτεχνική κληρονομιά μας διαφοροποιούσε. Τώρα, χάρη στην κηροπλαστίνη, δεν ισχύει αυτό. Ένας Βέλγος καμβάς μπορεί μεταμορφωθεί σε Αφρικανό κι ένας Γιαπωνέζος σε Άγγλο. Οι μετανάστες θα έχουν μια νέα διέξοδο: θα μπορούν να γίνουν τέχνη».

Άπειρες είναι οι φρικιαστικές προεκτάσεις που παρουσιάζονται σαν εικόνες του μέλλοντός μας στο βιβλίο: «Θα κατορθώσουμε να φτιάξουμε εποχικά μοντέλα που θα κοστίζουν εκατό ευρώ στον ερασιτέχνη ζωγράφο. Θα νομιμοποιήσουμε τα ανθρώπινα διακοσμητικά και θα διευρύνουμε το πεδίο του πορτρέτου με κηροπλαστίνη και τα εργαστήρια παραγωγής αντιγράφων. Και όταν η βία θα μπορεί να διοχετεύεται σε φτηνά και ολωσδιόλου νόμιμα αρτ σοκ, θα έχουμε κάνει ένα βήμα παρόμοιο με την νομιμοποίηση των ναρκωτικών». Βραβευμένο με το International Hammet Prize (2002) και το Βραβείο Μυθιστορήματος Fernando Lara, το βιβλίο παραμένει ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, με συνταρακτικό τέλος ενώ ταυτόχρονα καταφέρει να σχηματίσει ένα τεράστιο ερωτηματικό πάνω από τα κεφάλια μας για τον τρόπο που βλέπουμε την τέχνη, για τα όρια πέρα από τα οποία πιέζει η αδηφάγα μας διάθεση για νέες συγκινήσεις και για το ρόλο του ανθρώπου μέσα σ’ όλον αυτόν τον κυκεώνα. Τα αρτ σοκ, η κηλιδωμένη τέχνη, τα ανιμάρτ και τα ανθρώπινα χειροτεχνήματα και διακοσμητικά δεν υπάρχουν ακόμα. Ίσως όμως στο μέλλον συμφωνήσουμε με τα λόγια του ιδιοφυούς καλλιτέχνη προς την Κλάρα: «Η ζωή, η τέχνη και ο θάνατος είναι διαβαθμίσεις του ίδιου κιαροσκούρο. Μέσω της τέχνης ανακαλύπτουμε πως η αλήθεια, η μόνη που αξίζει αυτό το όνομα, είναι το μισοσκόταδο».

Mauve_All

Φαστ Φουντ Όμηρος

Από το in.gr η είδηση:

Την ευκαιρία να διαβάσουν το αριστούργημα του Λ.Τολστόι Πόλεμος και Ειρήνη θα έχουν όσοι μέχρι τώρα κουράζονταν στην ιδέα των 1.500 σελίδων του.

Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα Independent, η «αυθεντική εκδοχή» του μυθιστορήματος, όπως την αποκαλούν οι ειδικοί, πρόκειται να εκδοθεί σύντομα και θα είναι κατά 600 σελίδες μικρότερη, καθώς δεν θα περιέχει τους φιλοσοφικούς στοχασμούς του Τολστόι.

Πολλοί ακαδημαϊκοί, όμως, φοβούνται πως κάποιοι θα αμφισβητήσουν αυτή την εκδοχή, θεωρώντας την ημιτελή.

Τη νέα έκδοση επιμελήθηκε η Ρωσίδα ερευνήτρια Εβελίνας Ζάιντενσνουρ, η οποία επί 50 χρόνια μελέτησε χιλιάδες σελίδες με τα προσχέδια του Τολστόι, συνδυάζοντας τα μελάνια και τις αλλαγές στον γραφικό χαρακτήρα και στους τύπους του χαρτιού, με σκοπό να συνθέσει την πρώτη αυθεντική εκδοχή του συγγραφέα.

Το βιβλίο, που αρχικά προοριζόταν για ακαδημαϊκή χρήση, θα εκδοθεί τον Απρίλιο από τον οίκο Fourth Estate σε αγγλική μετάφραση του Αντριου Μπρόμφιλντ.

Θα έχει τίτλο War and Peace: The original version.

Να προτείνω στα καθ’ ημάς να μικρύνουν και τα ομηρικά έπη ανιχνεύοντας τους πρωτογενείς πυρήνες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Και να εκδοθούν με τίτλους η Ιλιάδα χωρίς βία και η Οδύσσεια χωρίς σεξ με την Κίρκη, την Ναυσικά και την Καλυψώ.

Εντάξει με πείσατε, δεν θα πάρω το καινούριο βιβλίο του Thomas Pynchon

Νιώθω περικυκλωμένος. Από πάνω, από κάτω, δεξιά κι αριστερά. Εφημερίδες, ιστολόγια, παρέες, άντε και κάνα ραδιόφωνο, με σπαμάρουν για έναν αόρατο άνθρωπο, για τον οποίον αποφασίστηκε(;) ότι η καλύτερη διασημότητα γι αυτόν είναι να απέχει από αυτήν. Μα τι υπέροχος, τι αινιγματικός, τι βιβλία, τι ζωή, τι λογοτέχνης, τι το ένα, τι το άλλο, κατάφεραν να με απωθήσουν από ένα φαινόμενο που πήρε τις διαστάσεις μιας τρέντυ μόδας. Και οι τρέντυ μόδες με απωθούν. Και μοιραία, ο Thomas Pynchon με απωθεί τώρα. Αυτός ο βομβαρδισμός με εξαντλεί και μου φέρνει πλήξη. Για ποιό λόγο να διαβάσω το καινούριο πόνημα του Thomas Pynchon όταν ο ίδιος κατάντησε περιφερόμενο τσίρκο; Τι με ενδιαφέρει πια το βιβλίο του όταν η «πονηρά» απομακρυσμένη συγγραφική περσόνα τοποθετείται πάνω από το έργο του.

Γι αυτό είμαι επιφυλακτικός με όλο αυτόν τον ανόητο κουρνιαχτό. Θα διαβάσω το βιβλίο του μόνο όταν επιτέλους βγάλουν το σκασμό οι «θαυμαστές» για να πιάσουν μια άλλη μόδα. Μπορεί να είναι μια καινούρια μανία σε στυλ Jurassic Park ή ο χωρισμός του Τομ Κρουζ με την Κέητι Χολμς.

Μα αυτή τη στιγμή, το τώρα του απόμακρου συγγραφέα που γοητεύει κι εκθειάζει τη λατρεία της αόρατης παρουσίας του, λυπάμαι, δεν θα πάρω. Σαχλό διαφημιστικό κόλπο κατάντησε.

Ο Βλακοχορτοφάγος του Τζων Μπαρθ

Είναι πολύ σπάνιο μάλλον να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο 800 σελίδων μεγάλου σχήματος και πυκνής γραμματοσειράς – αν το μοίραζε μια κάποια κυριακάτικη φυλλάδα, θα ήθελε πέντε έξι τόμους των διακοσίων πενήντα σελίδων έκαστο – και να αναφωνεί στην τελευταία σελίδα «κι άλλο! κι άλλο!» Το περί ου ο λόγος ανάγνωσμα είναι ο Βλακοχορτοφάγος του Τζων Μπαρθ, που το ρούφηξα για τρίτη φορά(!) ακούραστα τις προηγούμενες μέρες που είμαι εκτός διαδικτύου λόγω βλάβης του λάπτοπ μου (πάλιωσε πια, μάλλον καιρός να κλάψω την τσέπη μου για καινούριο). Ιδιαίτερα ασεβής και σαρκαστικός [και δεν θέλω ε-βλογ-οφανείς συνειρμούς εδώ], ο Τζων Μπαρθ μας προσφέρει σε πολύ συμφέρουσα τιμή τις σαρκαστικές ωδίνες της γέννησης του αμερικανικού έθνους μέσα από το πρίσμα ενός παντελώς ατάλαντου ποιητή, του Εμπενέζερ Κουκ που η φιλοδοξία της ζωής του είναι να συνθέσει ένα επικό ποίημα κατά τον ομηρικό τρόπο για την δημιουργία της πολιτείας του Μαίρυλαντ. Ένα παραληρηματικό γαϊτανάκι από ακριβείς ιστορικές παραθέσεις, αρτυσμένο με τις παραμορφωτικές συμμετοχές ενός κατά τα άλλα φανταστικού χαρακτήρα, όπου ο συγγραφέας δίνει στο βιβλίο του τη δομή και το ύφος του Δον Κιχώτη. Διόλου τυχαία επιλογή καθώς η φόρμα αυτή δεν είναι μιμητικού χαρακτήρα ακριβώς αλλά έχει ως σκοπό την επαύξηση μιας εφαρμοσμένης ιδέας σε σύγχρονα πλαίσια. Ο Τζων Μπαρθ καταφέρνει να τεντώσει, αν όχι να παραμορφώσει, αυτή την ιδέα και να προσφέρει άφθονο γέλιο μέσα από μια οδυνηρή αλληγορία. Οδυνηρή γιατί ο πρωταγωνιστής είναι ένας τρισάθλιος μες την αφέλεια του χαρακτήρας, που άλλοτε εκφράζουμε τη συμπάθεια και την συγκατάβαση για τη σκανδαλώδη παρθενιά του κι άλλοτε την αγανάκτησή μας λόγω αυτής της παρθενιάς που φέρνει τη συμφορά στον περίγυρό του. Οδυνηρή διότι, παρόλο που είναι αμερικανός ο συγγραφέας, δεν γράφει την ιστορία ως νικητής, αλλά ως επικριτής της. Όπως σημειώνεται στον πρόλογο του μεταφραστή «ο Βλακοχορτοφάγος πρέπει να έκανε την εντύπωση ιπτάμενου δίσκου που θα προσγειωνόταν καταμεσής του Σέντραλ Παρκ» (σ.σ. κατά το 1960 που εκδόθηκε το βιβλίο). Αν ο Βλακοχορτοφάγος θέλει να είναι ένας βιβλικός χαμαιλέοντας, αυτό εκφράζεται καλύτερα με τον χαρακτήρα του έτερου πρωταγωνιστή, ο Χένρυ Μπέρλινχαμ ο Γ’ που δεν διστάζει να αλλάζει τόσο συχνά κατασκοπικούς ρόλους και μεταμφιέσεις ώστε να καταλήγει να συμπληρώνει τον χαρακτήρα του Εμπενέζερ Κουκ – και μεταξύ άλλων βασικών πρωταγωνιστών – ως σκιαγραφήσεις της ψυχοσύνθεσης της Αμερικής. Την ομάδα των πρωταγωνιστών, συμπληρώνει η Τζόαν Τοστ, μια άλλη επιτυχημένη γελοιογραφική απόδοση της θερβαντικής Δουλτσινέας, και η αδελφή τού Εμπενέζερ, Άννα Κουκ, δύο γυναίκες που στη ζωή του αφελέστατου Εμπενέζερ εμφανίζονται τραγικά κωμωδιογραφημένες καθώς η ζωή τους υπαγορεύεται από τα ανδρικά πρότυπα, τις αντιλήψεις της εποχής τους και το σκληρό πεπρωμένο τους. Ο υπηρέτης Μπέρτραντ Μπάρτον είναι σαφέστατα ο Σάντσο Πάντσα, ιδανική αντίκρουση στον ενοχλητικά παρθένο Εμπενέζερ-Δον Κιχώτη. Στον Βλακοχορτοφάγο υπάρχει και μια παράλληλη ιστορία, ως φλας μπακ, με τις μορφές του Τζων Σμιθ, του προγόνου του Μπέρλινχαμ, ο παπάς Χένρυ ο Α’, και της Ποκαχόντας που δυο γενιές πριν θέτουν τα θεμέλια του αμερικανικού έθνους με άκρατη σατιρική διάθεση από την πένα του συγγραφέα. Ο Τζων Μπαρθ δεν παραδίδει μαθήματα αμερικανικής ιστορίας, αλλά εντρυφεί σε μια ανελέητη κριτική που θέλει να αποσαφηνίζει το προφανές που θέλουν να αποφύγουν τα βιβλία ιστορίας: κάθε έθνος γεννιέται από την διαφθορά και τη δυστυχία κι όχι από ιδέες που προσάπτονται σε κατοπινές ιστορικές «αναθεωρήσεις». Γι αυτό το λόγο, ο Βλακοχορτοφάγος δεν είναι απαραιτήτως «αμερικανικό» βιβλίο, μιλάει με το ντύμα της ευρωπαϊκής παράδοσης για μια δίκαιη αποτίμηση της Ιστορίας χωρίς φανφαρονισμούς και απατηλές (ίσως και ψεύτικες) «εθνικές ιδέες». Διότι, τόσο η ευρωπαϊκή, όσο και η αμερικανική ιστορία, είναι μια διαρκής πάλη πολιτικών και στρατιωτικών συμφερόντων. Αν ο Δον Κιχώτης είναι μια εσωτερική ψυχολογική πάλη, ο Βλακοχορτοφάγος ανάγεται σε μια πολιτική και πολιτισμική πάλη χρησιμοποιώντας τους θερβαντικούς όρους. Και το κάνει εξαιρετικά πετυχημένα.

Κι ένα σύντομο σχόλιο για τη μετάφραση: εκπληκτικής ποιότητας ο σπινθηροβόλος λόγος της, με την σφραγίδα του γνωστού συγγραφέα Αλέξη Πανσέληνου. Ώρες ώρες, νομίζει κανείς πως είναι τόσο καλά και ταιριαστά δεμένο το βιβλίο στην ελληνική γλώσσα, ώστε πιστεύει πως γράφτηκε από έλληνα συγγραφέα. Εύγε στον Αλέξη Πανσέληνο για την άψογη δουλειά, στο οποίο μεταφραστικό έργο του διέπρεψε και στο εξαιρετικό έργο του Μέρικε, ο Μότσαρτ στο δρόμο για την Πράγα.

Σχετικοί δεσμοί
Τζων Μπαρθ, ο Βλακοχορτοφάγος, μετάφραση Αλέξης Πανσέληνος, εκδόσεις Πόλις.

Πως να πλήξετε με την ανάγνωση ενός αστυνομικού του Ζωρζ Σιμενόν

Πέμπτη 20 Ιουλίου, ώρα 00:45 πμ

Ο επιθεωρητής Μεγκρέ ξυπνάει μες τη φωτεινή(!) νύχτα από το θόρυβο που κάνει απεγνωσμένα ο ανηψιός του στην εξώπορτα…

Παρασκευή 21 Ιουλίου, ώρα 03:30 πμ

Η κυρία Μεγκρέ έχει ένα πολύ ωραίο φωτοστέφανο από τα ρολά που τυλίγουν τα μαλλιά της. Κοιτάζει από το παράθυρο έξω και λέει στον Μεγκρέ πως είναι ο ανηψιός τους Φιλίπ.

Παρασκευή 21 Ιουλίου, ώρα 04:40 μμ

Ο επιθεωρητής Μεγκρέ, κατεβαίνοντας στην είσοδο του σπιτιού του, σκουντάει το κεφάλι στο δοκάρι της σκάλας.

Σάββατο 22 Ιουλίου, ώρα 08:25 μμ

Όπου μαθαίνουμε το λόγο που ο επιθεωρητής Μεγκρέ χτύπησε το κεφάλι του στο δοκάρι της σκάλας: είναι μύωπας. Απότομα, μεταφερόμαστε στην κουζίνα όπου ο ανηψιός Φιλίπ αρχίζει έναν τερατώδη πρόλογο, όπου ψειρίζει το πως πήγε στη οδό Φοντέν, νούμερο 53, το κλαμπ Φλοριά δίπλα στο μαγαζί με τα οπτικά, αφού από πριν μας ενημερώσει ότι ο εντολοδόχος του, επιθεωρητής Αμαντιέ, έχει ένα γραφείο στην οδό Κε Ντεζοφέβρ (το αρχηγείο της Γαλλικής Αστυνομίας) που βρίσκεται στο βάθος του διαδρόμου δεξιά. Δεν μας λέει σε ποιόν όροφο.

[Βγήκα μετά, για κοινωνικές επαφές και διασκέδαση μέχρι πρωίας]

Κυριακή 23 Ιουλίου

[είχα βγει για διασκέδαση, Σάββατο γαρ, και δεν διάβασα τίποτα λόγω hangover, εκτός από Ελευθεροτυπία, Βήμα και Καθημερινή]

Δευτέρα 24 Ιουλίου, ώρα 11:50 μμ

Συνέχεια της τοποθεσίας του κλαμπ Φλοριάν, μαθαίνουμε πως παλιότερα λεγόταν Τορεαντόρ. Αλλά εξαρχής θείος και ανηψιός συνάγουν το συμπέρασμα πως πρόκειται για υπόθεση κοκαΐνης – εμείς δεν το ξέρουμε αυτό. Ο επιθεωρητής Μεγκρέ διατάζει τη γυναίκα του να τους φτιάξει καφέ και νιώθει σαν «ευτυχισμένος σκύλος» που ξεκουράζεται μετά από την βόλτα του – ποια βόλτα;

Τρίτη 25 Ιουλίου, ώρα 00:10 πμ

Μετά από μια ατελείωτη περιγραφή για το πως φίλεψαν τον ανηψιό ο επιθεωρητής Μεγκρέ και η γυναίκα του, ο ανηψιός Φιλίπ, ο παραγγελιοδόχος του επιθεωρητή Αμαντιέ, καταριέται την τύχη του επειδή, ως καλός αστυνομικός, αφού βρήκε το πτώμα του Πεπίτο έπιασε με γυμνά τα χέρια του το όπλο του φόνου! Και είναι έτοιμος να κλάψει…

Σήμερα, Τετάρτη 26 Ιουλίου

Ούτε έξη σελίδες δεν είναι όλες κι όλες από τον Επιθεωρητή Μεγκρέ του Ζωρζ Σιμενόν που έπιασα να διαβάσω (δεν έχει κάποιον υπότιτλο, μάλλον πρόκειται για το πρώτο του βιβλίο). Και δεν αντέχω να διαβάσω και τις 120 σελίδες του μέσα σε ένα-δύο χρόνια.

Συμπέρασμα:

Υπάρχουν, για μένα τουλάχιστον, βιβλία των 100 σελίδων που είναι πολύ πιο φλύαρα από άλλα των 800 (και βάλε) σελίδων.

ΥΓ1 Μάλλον κατάφερα να γράψω, μέχρι στιγμής, το πιο βαρετό ποστ της Λαπούτας. Αγγαρεία σκέτη.

ΥΓ2 Υπολογίζω να μου πάρει το πολύ μια βδομάδα να διαβάσω και τις 1250 σελίδες του Δον Κιχώτη. Αμαρτία εξομολογημένη, δεν τον έχω διαβάσει ποτέ μου, ούτε καν ως «παιδικό» ανάγνωσμα.

ΥΓ3 Κι απορώ ακόμη με τον εαυτό μου, πως «ξεπέταξα» τον βλακώδη Κώδικα Ντα Βίντσι μέσα σε 8 ώρες…

Ο Ιούλιος Βερν και η μαγειρική

Συζητάγαμε προ καιρού με τον Αθήναιο για το πως και ποιός θα βάλει ένα απόσπασμα από τις 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα του Ιουλίου Βερν, σχετικά με το περίφημο γεύμα του πλοιάχου Νέμο. Αφού ο Αθήναιος έριξε πρώτος την πέτρα στη σχετική δημοσίευσή του, ανέλαβα να μεταγράψω εδώ το επεισόδιο συν δύο ακόμη μικρά σχετικά αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο. Ιδού:

Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο Δέκατο

[…] Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε πλούσιο τραπέζι. Ο πλοίαρχος Νέμο μου ‘δειξε τη θέση μου.

– Καθίστε, μου είπε, κι αρχίστε να τρώτε σαν άνθρωπος που σίγουρα πεθαίνει από την πείνα.

Το γεύμα περιλάμβανε ορισμένη ποσότητα από φαγητά, που μόνον η θάλασσα είχε προμηθεύσει το περιεχόμενό τους, κι από μερικά άλλα, που αγνοούσα τη φύση και την προέλευσή τους. Πρέπει να ομολογήσω πως ήταν καλά, με μια ιδιάζουσα ωστόσο γεύση, που γρήγορα συνήθισα. Αυτές οι διάφορες τροφές μου φάνηκαν πλούσιες σε φώσφορο και σκέφτηκα πως πρέπει να είχαν θαλασσινή προέλευση.

Ο πλοίαρχος Νέμο με κοίταζε. Δεν τον ρώτησα τίποτα, αυτός όμως μάντεψε τις σκέψεις μου κι αποκρίθηκε μόνος του στις ερωτήσεις που ανυπομονούσα να του κάνω.

– Τα περισσότερα απ’ αυτά τα φαγητά σάς είναι άγνωστα, μου είπε. Μπορείτε πάντως, να τα φάτε άφοβα. Εϊναι υγιεινά και θρεπτικά. Έχω από καιρό απαρνηθεί τα τρόφιμα της γης και δε νιώθω τώρα λιγότερο καλά. Το πλήρωμά μου, που ‘ναι γεροδεμένο, δεν τρέφεται διαφορετικά από μένα.

– Ώστε, λοιπόν, είπα, όλες αυτές οι τροφές είναι προϊόντα της θάλασσας;

– Μάλιστα, κύριε καθηγητά, η θάλασσα ικανοποιεί όλες μου τις ανάγκες. Πότε ρίχνω τα δίχτυα μου και τα τραβάω, έτοιμα να σκάσουν από ψάρι. Πότε βγαίνω κυνήγι μέσα σ’ εκείνο το στοιχείο, που φαίνεται απρόσιτο στον άνθρωπο, και πιάνω το θήραμα που φωλιάζει μέσα στα υποβρύχια δάση. Τα κοπάδια μου, όπως εκείνα του γερο-βοσκού Ποσειδώνα, βόσκουν άφοβα στα απέραντα λιβάδια του ωκεανού. Έχω μια ολόκληρη ιδιοκτησία εκεί, που την εκμεταλλεύομαι μόνος μου και που τη σπέρνει πάντα το χέρι του Δημιουργού των πάντων.

Κοίταξα με κάποια απορία τον πλοίαρχο Νέμο και του αποκρίθηκα:

– Καταλαβαίνω απόλυτα, κύριε, να προμηθεύουν τα δίχτυα σας θαυμάσια ψάρια για το τραπέζι σας, καταλαβαίνω λιγότερο το ότι κυνηγάτε το υδρόβιο θήραμα στα υποθαλάσσια σας δάση, δεν καταλαβαίνω όμως καθόλου πως ένα κομμάτι κρέας, όσο μικρό κι αν είναι, μπορεί να περιλαμβάνεται στο μενού σας.

– Κι όμως, κύριε, μου αποκρίθηκε ο πλοίαρχος Νέμο, δεν χρησιμοποιώ ποτέ το στεριανό κρέας ζώων.

– Κι αυτό εδώ; συνέχισα δείχνοντας μια πιατέλα όπου υπήρχαν μερικές φέτες από φιλέτο.

– Αυτό που εσείς νομίζετε πως είναι κρέας, κύριε καθηγητά, δεν είναι παρά φιλέτο από θαλάσσια χελώνα. Έχουμε ακόμα και μερικά συκώτια από δελφίνια, που θα μπορούσατε να τα πάρετε για χοιρινό. Ο μάγειράς μου είναι πολύ επιδέξιος κι ιδιαίτερα στο να διατηρεί αυτά τα διάφορα προϊόντα του ωκεανού. Δοκιμάστε όλα αυτά τα φαγητά. Αυτή είναι κονσέρβα από ολοθούριους, τους οποίους κι ένας Μαλαίος ακόμα θα την έβρισκε μοναδική στον κόσμο, αυτή είναι μια κρέμα που έγινεμε γάλα απ’ το μαστάρι κάποιου κήτους και με ζάχαρη από τους μεγάλους φίκους της Βόρειας Θάλασσας και, τέλος, επιτρέψτε μου να σας προσφέρω γλυκό του κουταλιού από ανεμώνες, που αξίζουν όσο κι εκείνα από τα πιο νόστιμα φρούτα.

Δοκίμαζα, περισσότερο από περιέργεια παρά από την επιθυμία μου να δοκιμάσω εκλεκτά εδέσματα, ενώ ο πλοίαρχος Νέμο με μάγευε με τις απίθανες ιστορίες του.

– Αυτή, ωστόσο, η θάλασσα, κύριε Αρονάξ, αυτή θαυματουργή, αστείρευτη τροφός δε με τρέφει απλά και μόνο, με ντύνει κιόλας. Αυτά τα υφάσματα που σας σκεπάζουν τα ‘χουμε υφάνει με το βύσσο από ορισμένα μαλάκια, τα ΄χουμε βάψει με την πορφύρα των αρχαίων και τους δίνουμε διάφορες βιολετιές αποχρώσεις που τις εξάγουμε από τις ακαθαρσίες της Μεσογείου. Τα αρώματα που θα βρείτε στην τουαλέτα της καμπίνας σας είναι το προϊόν απ’ την απόσταξη μερικών υδρόβιων φυτών. Το κρεβάτι σας είναι φτιαγμένο από το πιο απαλό φυτό ζωστήρα του ωκεανού. Ο κονδυλοφόρος σας είναι από έλασμα φάλαινας, το μελάνι σας εκκρίνεται απ’ τη σουπιά ή το καλαμάρι. Όλα τα παίρνω τώρα απ’ τη θάλασσα, όπως όλα θα γυρίσουν σ’ αυτήν κάποια μέρα!

– Αγαπάτε τη θάλασσα, πλοίαρχε.

– Ναι, την αγαπώ! Η θάλασσα είναι το παν! […]

Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο Δωδέκατο

[…] Άνοιξε κατόπιν μια πόρτα και φάνηκε μια κουζίνα που είχε τρία μέτρα μάκρος και βρισκόταν ανάμεσα στις μεγάλες αποθήκες του πλοίου. Στην κουζίνα, ο ηλεκτρισμός, που ‘ταν πιο δυνατός και πιο υπάκουος κι απ’ αυτό ακόμα το γκάζι, χρησίμευε για όλα τα ψησίματα. Τα σύρματα, που φτάναν κάτω απ’ τα ηλεκτρικά μάτια, μετέδιδαν σε κάτι σφουγγάρια από πλατίνα μια θερμότητα που μοιραζόταν και διατηρούνταν κανονικά. Ζέσταινε ακόμα μερικές αποστακτικές συσκευές, που με την εξάτμιση προμήθευυαν θαυμάσιο πόσιμο νερό. Δίπλα στην κουζίνα υπήρχε ένα βολικά διευθετημένο λουτρό, που οι βρύσες του προμήθευαν κατά βούληση κρύο ή ζεστό νερό […] (σ.σ όλα αυτά, προφητευμένα από το 1870!)


Μέρος Δεύτερο, Κεφάλαιο Έκτο

[…] Σημείωσα ακόμα μερικές χειλούδες που έχουν τρία δέκατα του μήκους μάκρος, οστεώδη ψάρια με διαφανή λέπια, που το κιτρινόμαυρο χρώμα τους είναι ανακατεμένο με κόκκινα στίγματα, τρώνε πολλά θαλασσινά φυτά, πράγμα που τους δίνει θαυμάσια γεύση. Έτσι οι χειλούδες ήταν περιζήτητες απ’ τους καλοφαγάδες της αρχαίας Ρώμης, και τα εντόσθια τους, μαγειρεμένα με σπέρματα από σμέρνες, μυαλά παγωνιού και γλώσσες από φοινικόπτερα, αποτελούσαν το θεσπέσιο φαγητό που άρεσε πολύ στον Βιτέλλιο […]

____________________________________________________________
(από τη μετάφραση της Έλλης και του Γιάννη Αγγέλου, εκδ Ζαχαρόπουλος)