Γλωσσαύτως γλαύκες

«Κομίζει γλαύκας Αθήναζε» ρίχνει το αρχαιοπρεπές επίτιμο στην καλή δημοσιογράφο Νίκη Κοντράρου-Ρασσιά ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο κ. Χρ. Γ. Ντούμας, με αφορμή ένα ρεπορτάζ της δημοσιογράφου στην Ελευθεροτυπία. Δεν έχει σημασία εδώ το αντικείμενο της διαμάχης αλλά ο τρόπος που ο καθηγητής, επικεφαλής των ανασκαφών στο Ακρωτήρι της Θήρας, επινοεί κατ’ ουσία μια φράση, που αν την αναζητήσει κανείς από το Google μέχρι το TLG, δεν είναι καταγεγραμμένη άρα και δεν είναι προς κοινή, παροιμιώδη, χρήση.

Δεν φαίνεται λάθος αυτό το αρχαιοπρεπές επίτιμο αλλά είναι πολύ εξεζητημένη φράση όσο και άτσαλη. Γνωρίζουμε την κλασική ρήση κομίζω γλαύκας ες Αθήνας εις Αθήνας) αλλά και τη σπανιότερη γλαύκ’ Αθήναζε. Ενώ στην πρώτη περίπτωση είναι είναι γνωστό το νόημα της μεταφοράς, στη δεύτερη έχουμε μια κάπως διαφορετική εννοιολογική χρήση κι αυτό έχει να κάνει με το επίρρημα. Δεν υπάρχει καμιά χαμένη πτώση για να χαρούν οι πολυτονιάτες αρχαιολάτρες, ούτε το νόημα είναι παντού το ίδιο. Η κατάληξη -ζε είναι εγκλιτικό μόριο και δηλώνει προορισμό, δηλαδή στην παρούσα περίπτωση δηλώνει προς την Αθήνα, θα μπορούσαμε να πούμε με ένα σύγχρονο παράδειγμα χρήση της: γλαύκ’ Αθήναζε οδηγεί ο κ. Ντούμας τη μεγαλοπρεπή του αρχαιοπρέπεια, προς την Αθήνα φέρνει με την κουκουβάγια, ο κ Ντούμας, τη μεγαλοπρεπή του αρχαιοπρέπεια.

Κομίζω γλαύκας ες Αθήνας θα πει ότι δεν λέω τίποτα καινούριο για πράγματα που είναι κοινός τόπος και αυτονόητα, σε ανάμνηση των κουκουβάγιων της αρχαίας Αθήνας που την κατοικούσαν τότε σε πολύ μεγάλους αριθμούς όσο και οι γάτες σήμερα. Φέρνω κουκουβάγιες στην Αθήνα λοιπόν, ορίζεται κύρια ο τόπος αφού εξαρχής το ρήμα κομίζω δηλώνει την ενέργεια του προορισμού! Προς τι λοιπόν αυτός ο εξυπνακίστικος πλεονασμός Αθήναζε αφού ήδη από πριν έχουμε ένα κατάλληλο ρήμα που καταντά περιττό το εγκλιτικό μόριο; Η μετάφραση τού κομίζει γλαύκας Αθήναζε θα λέει ότι μεταφέρει κουκουβάγιες προς την (κι όχι στην) Αθήνα, είναι λίγο αστεία διατύπωση όταν το ουσιαστικό νόημα της αριστοφανικής έκφρασης (την ξεστομίζει ο Ευμολπίδης στις Όρνιθες) βρίσκεται στη διαπίστωση για τη ματαιότητα του αυτονόητου κι όχι στην πράξη της μεταφοράς καθεαυτή. Αλλά όχι, ο κ. καθηγητής θέλει να κάνει επίδειξη δήθεν γλωσσικού πλούτου για να ταπώσει την άμοιρη δημοσιογράφο, μόνο που το αποτέλεσμα θα το ζήλευαν ακόμα και οι Monty Pythons. Άλλο είναι να επινοείς τον αρχαίο καθημερινό λόγο αφού δεν χρησιμοποιείται πλέον επειδή είναι νεκρή γλώσσα, άλλο είναι να χρησιμοποιείς τον παροιμιώδη λόγο που επιζεί μέχρι σήμερα, μέσω της σωσμένης  αρχαιοελληνικής γραμματείας,  και κυρίως, άλλο πράμα είναι να τα συγχρωτίζεις και τα δύο για να κάνεις τον σπουδαίο ενώ ξεσκεπάζεις την κούφια έπαρσή σου.

Φανταστείτε το καλύτερα με μια απλή αναπαράσταση. Είστε ρήτορας στην Αγορά και θέλετε να αποστομώσετε τον αντίπαλό σας για τις ανοησίες που λέει. Είστε και οι δύο στο ίδιο τον τόπο, την Αθήνα, θα πείτε «φέρνει κουκουβάγιες προς την Αθήνα» όταν αυτός βρίσκεται ήδη στο διπλανό βάθρο;

Γλωσσαύτως γλαύκες, ή αλλιώς, άσε μας να χαρείς κύριε καθηγητά!

Advertisements

6 thoughts on “Γλωσσαύτως γλαύκες

  1. Όπως θα έλεγε και ο Νίκος Σαραντάκος (πολύ τον μνημονεύω τελευταία), έτσι ο κύριος καθηγητής κοινωνεί καλύτερα με τα τρισχιλετή νάμματα…

  2. Μια επισήμανση μόνο, αγαπητέ Jago, αν μου επιτρέπεται: το γεγονός
    ότι το εγκλιτικό μόριο -ζε (ή -δε) δήλωνε τη γενική κατεύθυνση (προς),
    δεν καθιστούσε απαγορευτική τη χρήση του με ρήματα που περιέγραφαν
    την τελική φάση μιας μετακίνησης, την προσέγγιση δηλαδή τού αρχικού
    προορισμού. Ρήματα δηλαδή όπως τα αφικνούμαι, έρχομαι, βαίνω,
    πέμπω κ.λπ. τα βλέπουμε σε πλήθος περιπτώσεων να συνοδεύονται
    από έναν τοπικό προσδιορισμό -ζε ή -δε σε χρόνο αόριστο ή παρακείμενο
    περιγράφοντας έτσι όχι μια εξελισσόμενη μετακίνηση (προς), αλλά
    την τελική προσέγγιση (εις, επί) όπως π.χ. στην Οδύσσεια, γ, 6:
    «οι μεν κακκείοντες έβαν οικονδε έκαστος». Μερικές φορές μάλιστα
    γινόταν πλεοναστικά συνδυαστική χρήση τού εις με το -ζε (-δε) όπως
    π.χ. στη φράση: «ες άλαδε». Να αναφέρω επίσης επί τη ευκαιρία ότι
    το επίμαχο μόριο συγγενεύει ετυμολογικά με την αγγλική πρόθεση
    μετακίνησης to και την ομόσημη γερμανική zu η οποία και αυτή
    παρότι βασικά δηλώνει τη γενική κατεύθυνση, χρησιμοποιείται
    εντούτοις συχνότατα με τη σημασία τής τελικής προσέγγισης.

  3. Φίλε Κώστα, να ξεκινήσω ανάποδα. Δεν αντιλέγω για τη χρήση του επίμαχου μορίου στην αγγλική γλώσσα αλλά εδώ έχουμε μια ανεξάρτητη γλωσσική εξέλιξη που δεν μπορεί να συγγενεύει απαραίτητα με τη δική μας. Κατ’ αυτό το σκεπτικό, να επαναφέρουμε τη δοτική επειδή σώζεται στη γερμανική γλώσσα, γίνεται;

    Από κει και πέρα, όπως είπα στο ποστ, δεν είναι εντελώς λάθος ο πλεονασμός του εγκλιτικού μορίου. Το ενοχλητικό βρίσκεται στο γεγονός επειδή ακριβώς ο κύριος καθηγητής δημιουργεί μια φράση σαν να ήταν τάχα μας δεύτερη γλώσσα, ενώ στην ουσία είναι νεκρή, πρέπει να κάτσω να καταλάβω τι στο διάτανο, ή στο Δία, λέει. Σκέψου τη λατινική γλώσσα, έχουμε τόσες πολλές έτοιμες ρήσεις που καταντάει περιττή σκοπιμότητα να τη χρησιμοποιήσεις σαν εργαλείο παραγωγής νέων φράσεων, εκτός αν είσαι ο Ουμπέρτο Έκο. Έτσι και με την αρχαιοελληνική, είναι κωμικό να παραποιείς επιλεκτικά μια αγαπημένη παροιμιώδη φράση για να επιδείξεις την αλαζονική ανωτερότητά σου.

  4. Φίλε Jago,
    αντιλαμβάνομαι απόλυτα το πνεύμα
    τής ένστασής σου και συμφωνώ ότι
    το να χρησιμοποιεί κανείς εξεζητημένες
    εκφράσεις που χαρακτηρίζονται
    «σπάνιες», τουλάχιστον ξενίζει.
    Ωστόσο άλλο ζήτημα ήθελα να θίξω
    εγώ με τις επισημάνσεις μου. Αυτό
    που εννοούσα είναι ότι το «Αθήναζε»
    δεν μεταφράζεται μόνο: «ΠΡΟΣ την
    Αθήνα» δηλώνοντας έτσι απλώς τη
    γενική κατεύθυνση, αλλά και: «ΕΙΣ
    Αθήνας» αποδίδοντας την τελική
    προσέγγιση τού αρχικού
    προορισμού.

    Σχετικά τώρα με τη σύνδεση τού -ζε
    (-δε) με την αγγλική πρόθεση to και τη
    γερμανική zu, η αναφορά μου αυτή
    όπως έγραψα, είχε απλώς ετυμολογικό
    ενδιαφέρον۬ για το δε zu μάλιστα
    όταν αυτό έχει τοπική σημασία,
    μπορούμε να μιλάμε για απόλυτη
    σημασιακή ταύτιση με το επίμαχο
    ελληνικό μόριο. Άλλωστε, για να
    επανέλθω στο ζητούμενο, η
    παροιμιακή φράση «γλαύκ’ αθήναζε»
    όπως και η ετέρα «γλαύκ’ ες Αθήνας»
    ήταν ελλειπτικές διατυπώσεις۬ το ρήμα
    δηλαδή δεδομένης τής πρόθεσης ες
    και τού μορίου -ζε παραλειπόταν ως
    ευκόλως εννοούμενο (και ήταν
    πάντα ρήμα μετακίνησης). Όπως
    ακριβώς δηλαδή συμβαίνει όταν
    στέλνουμε τα παιδιά για ύπνο
    λέγοντας απλώς: «Άντε, στο κρεβάτι
    σας τώρα (ενν. πηγαίνετε)!». Κι όπως
    έλεγαν και οι αρχαίοι: «Εγώ μεν εις το
    βαλανείον βούλομαι (ενν. ιέναι)».
    Πέραν τούτου, από τη στιγμή που
    οι παροιμιακές φράσεις δεν
    χρησιμοποιούνται με κυριολεκτική
    σημασία, δεν θα πρέπει κανείς να τις
    εξαρτά από παραμέτρους όπως
    τόπος, χρόνος κ.λπ. διότι αυτό θ’
    ακύρωνε τη μεταφορική, ιδιωματική
    τους χρήση. Στο παράδειγμα με τους
    ρήτορες εν προκειμένω, το να έφερνε
    ο διπλανός μας κουκουβάγιες ΣΤΗΝ
    Αθήνα δεν θα ήταν λογικότερο ή
    παραδοξότερο από το να τις έφερνε
    ΠΡΟΣ αυτήν.

  5. »την ξεστομίζει ο Ευμολπίδης στις Όρνιθες».Απ’ ό,τι γνωρίζω είναι αρσενικό άρα ο Ευμολπίδης το λέει ΣΤΟΥΣ ‘Ορνιθες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s