Ο Ιούλιος Βερν και η μαγειρική

Συζητάγαμε προ καιρού με τον Αθήναιο για το πως και ποιός θα βάλει ένα απόσπασμα από τις 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα του Ιουλίου Βερν, σχετικά με το περίφημο γεύμα του πλοιάχου Νέμο. Αφού ο Αθήναιος έριξε πρώτος την πέτρα στη σχετική δημοσίευσή του, ανέλαβα να μεταγράψω εδώ το επεισόδιο συν δύο ακόμη μικρά σχετικά αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο. Ιδού:

Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο Δέκατο

[…] Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε πλούσιο τραπέζι. Ο πλοίαρχος Νέμο μου ‘δειξε τη θέση μου.

– Καθίστε, μου είπε, κι αρχίστε να τρώτε σαν άνθρωπος που σίγουρα πεθαίνει από την πείνα.

Το γεύμα περιλάμβανε ορισμένη ποσότητα από φαγητά, που μόνον η θάλασσα είχε προμηθεύσει το περιεχόμενό τους, κι από μερικά άλλα, που αγνοούσα τη φύση και την προέλευσή τους. Πρέπει να ομολογήσω πως ήταν καλά, με μια ιδιάζουσα ωστόσο γεύση, που γρήγορα συνήθισα. Αυτές οι διάφορες τροφές μου φάνηκαν πλούσιες σε φώσφορο και σκέφτηκα πως πρέπει να είχαν θαλασσινή προέλευση.

Ο πλοίαρχος Νέμο με κοίταζε. Δεν τον ρώτησα τίποτα, αυτός όμως μάντεψε τις σκέψεις μου κι αποκρίθηκε μόνος του στις ερωτήσεις που ανυπομονούσα να του κάνω.

– Τα περισσότερα απ’ αυτά τα φαγητά σάς είναι άγνωστα, μου είπε. Μπορείτε πάντως, να τα φάτε άφοβα. Εϊναι υγιεινά και θρεπτικά. Έχω από καιρό απαρνηθεί τα τρόφιμα της γης και δε νιώθω τώρα λιγότερο καλά. Το πλήρωμά μου, που ‘ναι γεροδεμένο, δεν τρέφεται διαφορετικά από μένα.

– Ώστε, λοιπόν, είπα, όλες αυτές οι τροφές είναι προϊόντα της θάλασσας;

– Μάλιστα, κύριε καθηγητά, η θάλασσα ικανοποιεί όλες μου τις ανάγκες. Πότε ρίχνω τα δίχτυα μου και τα τραβάω, έτοιμα να σκάσουν από ψάρι. Πότε βγαίνω κυνήγι μέσα σ’ εκείνο το στοιχείο, που φαίνεται απρόσιτο στον άνθρωπο, και πιάνω το θήραμα που φωλιάζει μέσα στα υποβρύχια δάση. Τα κοπάδια μου, όπως εκείνα του γερο-βοσκού Ποσειδώνα, βόσκουν άφοβα στα απέραντα λιβάδια του ωκεανού. Έχω μια ολόκληρη ιδιοκτησία εκεί, που την εκμεταλλεύομαι μόνος μου και που τη σπέρνει πάντα το χέρι του Δημιουργού των πάντων.

Κοίταξα με κάποια απορία τον πλοίαρχο Νέμο και του αποκρίθηκα:

– Καταλαβαίνω απόλυτα, κύριε, να προμηθεύουν τα δίχτυα σας θαυμάσια ψάρια για το τραπέζι σας, καταλαβαίνω λιγότερο το ότι κυνηγάτε το υδρόβιο θήραμα στα υποθαλάσσια σας δάση, δεν καταλαβαίνω όμως καθόλου πως ένα κομμάτι κρέας, όσο μικρό κι αν είναι, μπορεί να περιλαμβάνεται στο μενού σας.

– Κι όμως, κύριε, μου αποκρίθηκε ο πλοίαρχος Νέμο, δεν χρησιμοποιώ ποτέ το στεριανό κρέας ζώων.

– Κι αυτό εδώ; συνέχισα δείχνοντας μια πιατέλα όπου υπήρχαν μερικές φέτες από φιλέτο.

– Αυτό που εσείς νομίζετε πως είναι κρέας, κύριε καθηγητά, δεν είναι παρά φιλέτο από θαλάσσια χελώνα. Έχουμε ακόμα και μερικά συκώτια από δελφίνια, που θα μπορούσατε να τα πάρετε για χοιρινό. Ο μάγειράς μου είναι πολύ επιδέξιος κι ιδιαίτερα στο να διατηρεί αυτά τα διάφορα προϊόντα του ωκεανού. Δοκιμάστε όλα αυτά τα φαγητά. Αυτή είναι κονσέρβα από ολοθούριους, τους οποίους κι ένας Μαλαίος ακόμα θα την έβρισκε μοναδική στον κόσμο, αυτή είναι μια κρέμα που έγινεμε γάλα απ’ το μαστάρι κάποιου κήτους και με ζάχαρη από τους μεγάλους φίκους της Βόρειας Θάλασσας και, τέλος, επιτρέψτε μου να σας προσφέρω γλυκό του κουταλιού από ανεμώνες, που αξίζουν όσο κι εκείνα από τα πιο νόστιμα φρούτα.

Δοκίμαζα, περισσότερο από περιέργεια παρά από την επιθυμία μου να δοκιμάσω εκλεκτά εδέσματα, ενώ ο πλοίαρχος Νέμο με μάγευε με τις απίθανες ιστορίες του.

– Αυτή, ωστόσο, η θάλασσα, κύριε Αρονάξ, αυτή θαυματουργή, αστείρευτη τροφός δε με τρέφει απλά και μόνο, με ντύνει κιόλας. Αυτά τα υφάσματα που σας σκεπάζουν τα ‘χουμε υφάνει με το βύσσο από ορισμένα μαλάκια, τα ΄χουμε βάψει με την πορφύρα των αρχαίων και τους δίνουμε διάφορες βιολετιές αποχρώσεις που τις εξάγουμε από τις ακαθαρσίες της Μεσογείου. Τα αρώματα που θα βρείτε στην τουαλέτα της καμπίνας σας είναι το προϊόν απ’ την απόσταξη μερικών υδρόβιων φυτών. Το κρεβάτι σας είναι φτιαγμένο από το πιο απαλό φυτό ζωστήρα του ωκεανού. Ο κονδυλοφόρος σας είναι από έλασμα φάλαινας, το μελάνι σας εκκρίνεται απ’ τη σουπιά ή το καλαμάρι. Όλα τα παίρνω τώρα απ’ τη θάλασσα, όπως όλα θα γυρίσουν σ’ αυτήν κάποια μέρα!

– Αγαπάτε τη θάλασσα, πλοίαρχε.

– Ναι, την αγαπώ! Η θάλασσα είναι το παν! […]

Μέρος Πρώτο, Κεφάλαιο Δωδέκατο

[…] Άνοιξε κατόπιν μια πόρτα και φάνηκε μια κουζίνα που είχε τρία μέτρα μάκρος και βρισκόταν ανάμεσα στις μεγάλες αποθήκες του πλοίου. Στην κουζίνα, ο ηλεκτρισμός, που ‘ταν πιο δυνατός και πιο υπάκουος κι απ’ αυτό ακόμα το γκάζι, χρησίμευε για όλα τα ψησίματα. Τα σύρματα, που φτάναν κάτω απ’ τα ηλεκτρικά μάτια, μετέδιδαν σε κάτι σφουγγάρια από πλατίνα μια θερμότητα που μοιραζόταν και διατηρούνταν κανονικά. Ζέσταινε ακόμα μερικές αποστακτικές συσκευές, που με την εξάτμιση προμήθευυαν θαυμάσιο πόσιμο νερό. Δίπλα στην κουζίνα υπήρχε ένα βολικά διευθετημένο λουτρό, που οι βρύσες του προμήθευαν κατά βούληση κρύο ή ζεστό νερό […] (σ.σ όλα αυτά, προφητευμένα από το 1870!)


Μέρος Δεύτερο, Κεφάλαιο Έκτο

[…] Σημείωσα ακόμα μερικές χειλούδες που έχουν τρία δέκατα του μήκους μάκρος, οστεώδη ψάρια με διαφανή λέπια, που το κιτρινόμαυρο χρώμα τους είναι ανακατεμένο με κόκκινα στίγματα, τρώνε πολλά θαλασσινά φυτά, πράγμα που τους δίνει θαυμάσια γεύση. Έτσι οι χειλούδες ήταν περιζήτητες απ’ τους καλοφαγάδες της αρχαίας Ρώμης, και τα εντόσθια τους, μαγειρεμένα με σπέρματα από σμέρνες, μυαλά παγωνιού και γλώσσες από φοινικόπτερα, αποτελούσαν το θεσπέσιο φαγητό που άρεσε πολύ στον Βιτέλλιο […]

____________________________________________________________
(από τη μετάφραση της Έλλης και του Γιάννη Αγγέλου, εκδ Ζαχαρόπουλος)

Advertisements

3 thoughts on “Ο Ιούλιος Βερν και η μαγειρική

  1. Eχω φάει θαλάσσια χελώνα ψητή στα κάρβουνα!
    Πριν απο καμιά 40ριά χρόνια, κάποιος από την παρέα βόηθησε ένα ψαρά (το Ζαχαριά, το θυμάμαι τ’ όνομα) να σκοτώσει τη χελώνα που τριγυρνούσε και του χάλαγε τα δίχτυα. Ετσι, είχαμε όλοι μερίδιο από το θήραμα.
    Τότε δε προστατευόταν το είδος…
    Δυστυχώς είχε γενική διακοπή ρεύματος στο νησί για δυο συνεχόμενες μέρες και τα ψυγεία της παραθαλάσσιας ταβέρνας δε λειτουργούσαν και πετάχτηκε αρκετό απο το κρέας της χελώνας, μια και δε γινόταν να διατηρηθεί περισσότερο. Ο,τι φάγαμε φάγαμε εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ.
    Και ήταν νοστιμότατο! σα μοσχαράκι γάλακτος.

    Για να ζηλεύεις… 😉

  2. Όταν πριν από 10 χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο Η ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΤΩΝ ΓΑΛΛΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ από τις εκδόσεις ΕΡΜΕΙΑΣ υπήρχε απόσπασμα από το βιβλίο αυτό του Ιουλίου Βερν.
    μ.α.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s